Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2016

To μουλάρι ΜΑΣ...


ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ:
Με αφορμή την θαυμάσια φωτογραφία του "Σουλεϊμάν", δημοσιεύουμε ένα ακόμη  λείαν διδακτικό κείμενο με πρωταγωνιστή "Το μουλάρι ΜΑΣ"...Και ποτέ να μην ξεχνάμε:

"Τα ζώα μοιράζονται με εμάς το προνόμιο να έχουν ψυχή..."
Πυθαγόρας

***
Του Αχιλλέα Ράπτη

Στη επαρχία μας τα περασμένα εκείνα χρόνια οι κάτοικοί της ήταν πολύ δεμένοι με τον τόπο που γεννηθήκανε και που πρωτοαντίκρυσαν τον ήλιο με τα ήθη και τα έθιμα, με τις ρίζες των προγόνων τους, με τον οικογενειακό δεσμό, με την ανατροφή των παιδιών τους, με την εργατικότητα τους, με την ομορφιά της φύσης και με τις ψηλές βουνοκορφές.

Οι περισσότεροι άνδρες, στα προπολεμικά εκείνα χρόνια, στην ξενιτειά και οι γυναίκες βράχοι ακλόνητοι, φύλακες του σπιτιού, ξωμάχοι της γης, δούλευαν μέρα και νύχτα στην κάψα του καλοκαιριού στ’ αγιάζι του χειμώνα.
Ήταν ηρωίδες αληθινές, έθρεψαν, γαλούχισαν και τράνεψαν παιδιά με ήθος και αξία, άξια τέκνα της κοινωνίας μας και της πατρίδας μας.
Κάθε οικογένεια στα χωριά μας είχε το νοικοκυριό της. Απαραίτητο μεταφορικό μέσον το άλογο, το μουλάρι και το γαϊδούρι, επίσης και το ζευγάρι για τη σπορά και το αλώνισμα του σιταριού τον Αλωνάρη.

Στο σπίτι μας για μεταφορικό μέσον είχαμε το μουλάρι. Ήταν θηλυκό, είχε μαύρο χρώμα και το φωνάζαμε Γκιόσα. Το είχαμε πάρει 3 ετών ξεσαμάρωτο για να το συνηθίσει σε ένα τρόπο ζωής, αυτόν που ήθελε η μάνα και ακολουθούσε το μεγάλο που είχε γεράσει πια …
Ήταν φρόνιμο, το χτενίζαμε με την ξύστρα και γυρνούσε το κεφάλι του για να μας ευχαριστήσει. Πολλές φορές με τη βοήθεια της μάνας ανέβαινα στη ράχη του και το χάιδευα κι αυτό με δεχότανε. Όταν ήρθε η ώρα για να το σαμαρώσουμε δεν του άρεσε.

Αρκετές μέρες γυρνούσε σαμαρωμένο και κάπου κάπου ανέβαινα και καβάλα. Η μάνα το φόρτωνε ξύλα από το λόγγο, κλαδί για τις κλαδαριές, το αλέτρι και τα σύνεργα για τη σπορά. Έτσι έστρωσε και έγινε ένα υπέροχο, υπάκουο και έξυπνο μουλάρι. Το χαϊδεύαμε και καταλάβαινε την αγάπη μας. Ποτέ δεν μας κλώτσισε…

Τα καλοκαίρια στο θέρος με έπαιρνε μαζί της η μάνα στα μακρυνά χωράφια και κοιμόμασταν εκεί τα βράδια, για να αποφύγουμε τον καφτερό ήλιο και να θερίζουμε με τη δροσιά και με το φεγγάρι. Το πρωί φόρτωνε το μουλάρι με δεμάτια, με έβαζε κι εμένα στα καπούλια του και πήγαινα στο χωριό. Εκεί ξεφορτώναμε τα δεμάτια με τη Μαναγάλη στο αλώνι και συνέχιζα να κουβαλώ δεμάτια.

Πολλές φορές ακολουθούσα πεζός το μουλάρι κι αυτό κάπου κάπου γυρνούσε το κεφάλι του για να δει αν το ακολουθώ. Είχε όμως και ένα ελάττωμα με το πέρασμα του χρόνου το ξεπέρασε. Ήταν πολύ φοβιτσιάρικο… 
Με τον παραμικρό θόρυβο στο δρόμο από γκουστερίτσες ή χελώνες, τρόμαζε και μας έριχνε κάτω. Τότε επηρεασμένος κι εγώ από τη μάνα παίρναμε τη βίτσα και το χτυπούσαμε. Αυτό το καημένο προσπαθούσε να αποφύγει τα χτυπήματα χωρίς καμία άλλη αντίδραση, ούτε και να κλωτσήσει. 
Εκείνο όμως που δεν θα ξεχάσω ποτέ μου κι όσο περνούν τα χρόνια η σκέψη μου γυρνάει σε εκείνο το περιστατικό, που τότε δεν του έδωσα σημασία, ίσως ήμουν παιδί ακόμη: 
Είχα κουβαλήσει δεμάτια και γυρνούσα καβάλα στο μουλάρι για το χωράφι, όταν δεξιά του δρόμου, ένας θόρυβος από ένα ζευγάρι χελώνες ακούστηκε, το μουλάρι τρόμαξε και με έριξε κάτω, το ευτύχημα ήταν που δεν χτυπούσα πολύ όταν με έριχνε κάτω. Το μουλάρι έφυγε 3-4 μέτρα μπροστά και στάθηκε για λίγο κι αμέσως γύρισε κοντά μου κι εδώ είναι το μεγάλο μυστήριο, που δεν φεύγει από το μυαλό μου. Άρχισε να γλύφει τα μαλλιά μου και τα χοντρά του χείλη να αγγίζουν το μάγουλό μου... με φιλούσε!!! Δεν άρπαξα τη βίτσα για να το χτυπήσω όπως έκανα άλλοτε...Κάτι ένοιωσα μέσα μου, σηκώθηκα κι άρχισα να το χαϊδεύω και τότε είδα το απίστευτο και όμως αληθινό τούτο γεγονός. Είδα να τρέχουν δάκρυα από τα μάτια του, μεγάλες κρυστάλλινες σταγόνες. Τότε δεν του έδωσα και μεγάλη σημασία. Τώρα όμως όσο περνούν τα χρόνια και ο νους μου ξαναγυρίζει στα περασμένα, στη σκέψη μου έρχεται η εικόνα εκείνη. Με το δάκρυ του αυτό φανέρωνε την αγάπη του, αλλά και τη λύπη του... 

Μετά απά 2-3 χρόνια κάποιο βράδυ ακούστηκε από τη ράχη του Σχολείου η φωνή του Δήμου του Τελάλη*** και κλητήρα του χωριού μας:
«Ακούστε χωριανοί...όσοι έχετε μουλάρια και άλογα να πάτε στο Δελβινάκι την Τετάρτη για να περάσουν τα ζώα από ταξινόμηση,όσοι δεν θα πάνε  θα έχουν τις κυρώσεις του νόμου...».
Έτσι η μάνα μαζί με τους άλλους συγχωριανούς  μας, πήγε και πέρασε από Επιτροπή Ταξινόμησης το μουλάρι. Της έδωσαν και ένα επίσημο χαρτί με σφραγίδα, που έγραφε, ότι το έκριναν κατάλληλο για την επίταξη σε περίπτωση πολέμου. 

Λίγες μέρες πριν από τον πόλεμο του 1940 το επίταξαν. Όταν η μάνα το παρέδωσε στο στρατιώτη του είπε: «να το προσέχεις και να το αγαπήσεις, αυτό δεν είναι σαν τα άλλα μουλάρια και θα με θυμηθείς...». Γύρισε η μάνα πεζή στο σπίτι και ήταν απαρηγόρητη. Της είχαν δέσει τα χέρια. Έπρεπε τώρα η ίδια να μεταφέρει νερό από το πέρα το πηγάδι που ήταν 300 μέτρα μακρυά, ζαλωμένη τη βαρέλα, και για άλλες εργασίες…

Ήταν Δευτέρα 28η Οκτωβρίου 1940 όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος. Ο στρατός μας προχωρούσε νικητής και τροπαιούχος κι απελευθέρωνε πόλεις και χωριά της Βορείου Ηπείρου. Το μουλάρι μας πρόσφερε κι αυτό τις υπηρεσίες του στην Πατρίδα μας, μεταφέροντας πυρομαχικά και τρόφιμα στους φαντάρους μας που πολεμούσαν στα κακοτράχαλα και χιονισμένα βουνά της Τρεμπεσίνας, του Πόγραδετς και του Τεπελενίου. Δεν γύρισε πίσω, έμεινε κι αυτό για πάντα, μαζί με τους ήρωες φαντάρους μας στα αιματοβαμμένα βουνά της Βορείου Ηπείρου…

Πηγή: "Πωγωνιακά χρονικά"-Τόμος 2

***Θυμάμαι τον δικό μας τον τελάλη στη Βήσσανη...τον συγχωρεμένο τον Τάσιο Ρήνη, εκεί  στην ταράτσα, μπροστά απο το  Παρθεναγωγείο:
"Ακούστε χωριανοίίίί....απο αύριο αρχίζει το κλαρίίίί!!!!"...


***


















Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.