Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016

Η Επανάσταση του Γκιωλέκα και οι συνέπειες της στο Πωγώνι (1847)


Η πυρπόληση του Διοικητηρίου στον Κακόλακκο

Η μάχη των Δολιανών (28 Αύγουστού 1847)

Του Θανάση Δέμου

Παλαιότερα στα χωριά μας άκουγε κανείς να λένε για κάποιον: «αυτός είναι Γκιωλέκας». Και εχαρακτήριζαν έτσι κάποιον χοντροκομμένο, με απρεπή συμπεριφορά που δεν νοιάζονταν για τίποτε, δεν λογάριαζε κανέναν, του έλειπε η λογική.
Φυσικά ελάχιστοι ήταν εκείνοι που είχαν ακούσει κάτι για τον Αλβανό επαναστάτη Γκιωλέκα. Οι υπόλοιποι, ακούγοντας πολλές φορές τον χαρακτηρισμό αυτό είχαν σχηματίσει καθένας τη δική του εικόνα για κάποιο Γκιωλέκα με ανάλογα χαρακτηριστικά. Σήμερα ξεχάστηκε τελείως και δεν αναφέρεται ούτε «παροιμιακά» το όνομα αυτό.

Επειδή η ιστορία ενός τόπου πρέπει να είναι γνωστή σε όλες τις λεπτομέρειές της, επιβάλλεται να ιδούμε τα βασικότερα σημεία αυτής της ιστορίας, όπως μας παραδίδεται από δύο βασικές πηγές: Παναγιώτου Αραβαντινού «Χρονογραφία της Ηπείρου», τόμος Α' σελ. 408 κ. εξής, και εφημερίδα «ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ» φύλλα 55-67, καθώς και άλλες πηγές.

***

Για να καταλάβουμε τα βαθύτερα αίτια της παράξενης αυτής επανάστασης πρέπει να έχουμε υπόψη τα παρακάτω: Σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας οι Αλβανοί δεν επλήρωναν, σχεδόν καθόλου, φόρους. Στον τουρκικό στρατό κατατάσσονταν σε άτακτα σώματα των λεγομένων βασιβουζούκων, που ήταν ελεύθερα να εκστρατεύουν «κατά βούλησιν», όπως ήθελαν αυτοί, χωρίς να υπακούουν σε διαταγές. Ήταν τα «ρέμπελα σώματα» του Τουρκικού Στρατού.

Στη διάρκεια της Ελληνικής Επαναστάσεως, τα Αλβανικά σώματα έμπαιναν στη μάχη και πολεμούσαν φιλότιμα ΜΟΝΟΝ ΟΤΑΝ ΤΟΥΣ ΥΠΟΣΧΟΝΤΑΝ ΛΑΦΥΡΑ ΚΑΙ ΘΗΣΑΥΡΟΥΣ ΠΟΥ ΘΑ ΕΠΑΙΡΝΑΝ ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΣΤΡΑ ΠΟΥ ΘΑ ΚΥΡΙΕΥΑΝ. Η εκτέλεση κάποιας διαταγής ήταν άγνωστο πράγμα γι’ αυτούς. Δεν ήξεραν τι θα πει να πειθαρχήσουν στους ανωτέρους και να εκτελέσουν διαταγές. Όταν έβλεπαν ότι δεν πήγαιναν καλά τα πράγματα σε μια επιχείρηση έφευγαν από το στρατόπεδο χωρίς να ρωτήσουν κανένα και πήγαιναν όπου ήθελαν.

Την εποχή αυτή και συγκεκριμένα από την 1η Ιουλίου 1839, σουλτάνος των Τούρκων ήταν ο φιλελεύθερος Αβδούλ Μετζίτ, ο οποίος ήθελε ισότητα μεταξύ των υπηκόων του και ήθελε να επωμίζονται εξίσου οι πολίτες όλα τα βάρη, χωρίς διακρίσεις.
Τον ίδιο χρόνο (1839) εξέδωσε το αυτοκρατορικό διάταγμα «Χάττι-Σερίφ του Γκιουλχανέ» (=ιερό διάταγμα). Ανάμεσα στα άλλα που προέβλεπε το διάταγμα αυτό, καθιέρωνε νέες αρχές ισοπολιτείας, θρησκευτικής και πολιτικής ελευθερίας, τρόπος στρατολογίας και φορολογίας.

Οι χριστιανοί δέχθηκαν το νέο διάταγμα, γιατί διόρθωνε κάποιες αδικίες. Οι Αλβανοί φεουδάρχες, μπέηδες και αγάδες δεν ήθελαν με κανένα τρόπο να υπακούσουν στο νέο νόμο. Δεν ήθελαν να υποταχθούν στις μεταρρυθμίσεις του νέου σουλτάνου. Είχαν συνηθίσει να αποτελούν εξαίρεση και να εξακολουθούν να μη πληρώνουν φόρους, να μη υπηρετούν στο στρατό ως τακτικοί, αλλά ως άτακτοι, όπως μέχρι τώρα.

Για έξι σχεδόν χρόνια «το καζάνι έβραζε». Και επειδή δεν μπορούσαν να χωνέψουν τη νέα κατάσταση, αποφάσισαν να επαναστατήσουν.
Η επανάσταση άρχισε τον Απρίλιο του 1847. Αρχηγός ήταν ο Ζεινέλ Γκιωλέκας από το Κούτσι της Χειμάρρας. Ο παπούς του ήταν χριστιανός και ονομάζονταν Λογγίνος Αλεξίου. Ο εγγονός πήρε το αλβανικό όνομα Γκιώνης Λέκκας (=Γκιωλέκας) και ως Αλβανός τοπάρχης έγινε αρχηγός της επανάστασης.

Πρωθυπουργός της Ελλάδας τότε (1844-1847) ήταν ο Ηπειρώτης Ιωάννης Κωλέττης, ο οποίος συνέλαβε το μεγαλεπήβολο σχέδιο να βοηθήσει το Γκιωλέκα, να εκμεταλλευθεί την κατάσταση, να συνάψει συμμαχία με τους Αλβανούς για να απελευθερώσει την Ήπειρο.
Ο Γκιωλέκας ήταν φίλος του Κωλέττη, τον οποίο συνάντησε στην Αθήνα, ερχόμενος από την Κων/πολη και, όπως φαίνεται, έμειναν σύμφωνοι οι δυό τους για κοινή δράση Αλβανών και Ελλήνων κατά της Τουρκίας.
Για το σκοπό αυτό διατηρούσε αλληλογραφία με σημαντικούς άνδρες της Αλβανίας και της Ηπείρου. Έστελνε τακτικά στη διάρκεια της επανάστασης πολεμοφόδια, χρήματα και οδηγίες.
Έπειτα ήταν και γνωστός στους Αλβανούς από την εποχή του Αλή πασά. Η εποχή όμως δεν ήταν και τόσο κατάλληλη για την πραγματοποίηση του ονείρου του Κωλέττη. Ο θάνατός του δε που συνέβη την 31η Αυγούστου 1847 έσβησε και την τελευταία ελπίδα. Δεν υπήρχαν άλλωστε και αντάξιοι συνεχιστές της πολιτικής αυτής του Κωλέττη.

***
Η επανάσταση αυτή, όπως θα ιδούμε, απέτυχε και «κατεπνίγη εις το αίμα». Υπήρξε δε πρόξενος πολλών κακών όχι μόνον για την επαναστατημένη Αλβανία, αλλά και για την Ήπειρο, στην οποία μοιραία επεκτάθηκε. Διότι σε όλες αυτές τις περιοχές, και οι επαναστάτες και ο τουρκικός στρατός που εστάλθηκε από το σουλτάνο για να καταστείλει την επανάσταση, προξένησαν μεγάλες ζημιές και καταστροφές και κυρίως στο Πωγώνι, όπως θα ιδούμε στη συνέχεια...

Η επανάσταση επεκτάθηκε στις επαρχίες: Δελβίνου, Τεπελενίου, Αργυροκάστρου, Πωγωνίου (όπου έγιναν και οι σοβαρότερες συγκρούσεις) και Κονίτσης. Σκοπός των επαναστατών ήταν η κατάληψη των Ιωαννίνων, πράγμα το οποίο θα είχαν επιτύχει εάν δεν είχαν αποβιβάσει οι Τούρκοι πολυάριθμα στρατεύματα στη Χειμάρρα. Αυτό ανάγκασε τον Γκιωλέκα να στραφεί προς τα εκεί και όχι προς τα Γιάννενα...

Το κίνημα άρχισε από το Κουρβελέσι, από όπου ο Γκιωλέκας πήρε 200 Λιάμπηδες και όρμησε προς το Δέλβινο, την πρωτεύουσα της επαρχίας. Στο δρόμο πήραν άλλους εκατό και πολλοί άλλοι ήταν έτοιμοι να τρέξουν κοντά τους. Στο Διοικητή (Μουσελίμη) του Δελβίνου είπε ότι έρχεται «εν ονόματι των κατοίκων του Κουρβελεσίου, για να ζητήσει από τη διοίκηση την παύσιν των διαφόρων φορολογιών ένεκεν της μεγίστης ενδείας, η οποία εμάστιζεν ήδη την χώραν εκείνην». Προέβαλε και άλλα αιτήματα και επειδή δεν μπορούσε να τα ικανοποιήσει ο Διοικητής παραιτήθηκε. Έτσι ο Γκιωλέκας ανέλαβε αυτός τη διοίκηση. Οι χριστιανοί υποχρεώθηκαν να δίνουν χρήματα και διατροφή για τη συντήρηση των οπλιτών του.

Στα Γιάννενα, Διοικητής ήταν ο Χαβούζ πασάς. Όταν πληροφορήθηκε τα γενόμενα στο Δέλβινο δεν έδωσε μεγάλη σημασία, γιατί ανάλογα επεισόδια συνέβαιναν και άλλοτε. Σε λίγες ημέρες όμως έφθασαν ειδήσεις ότι και στο Μπεράτι ο Ράπο Κακάλης με χίλιους αντάρτες κατέλαβε την πόλη και ο διοικητής Χουσείν πασάς κλείστηκε στο φρούριο με ένα τάγμα τακτικού στρατού.

Οι Αρβανίτες ορκίζονται να διώξουν τους Τούρκους και να ελευθερώσουν την πατρίδα. Καταλύουν παντού τις αρχές και δηλώνουν πως καταργούν τη φορολογία.

Το Πωγώνι στο έλεος των ορδών του Γ κιωλέκα

Από τις πρώτες ημέρες ο Γκιωλέκας έβαλε στόχο την κατάληψη των Ιωαννίνων.Γι αυτό, με όσες δυνάμεις διέθετε, πέρασε από την επαρχία Αργυροκάστρου και έφθασε στο Πωγώνι με σκοπό να καταλύσει και εδώ τις αρχές για εξασφάλιση των νώτων του καθώς θα προχωρεί για τα Γιάννενα. Όπου περνούν αρπάζουν ό,τι βρουν και γίνονται ο φόβος και ο τρόμος όλων, χριστιανών και Τούρκων. Φθάνουν στον Κακόλακκο (καλοκαίρι 1847) και η πρώτη πράξη τους ήταν η πυρπόληση του Διοικητηρίου. Αφού πρώτα το λεηλάτησαν, έβαλαν φωτιά και το έκαψαν. Εκτός των άλλων, με αυτό ήθελαν να τρομοκρατήσουν όλους, για να μη τους ενοχλήσει κανείς απο τα νώτα.

Εδώ δίνεται η ευκαιρία να τονίσουμε ότι ο Κακόλακκος μέχρι το 1847 ήταν πρωτεύουσα του Πωγωνίου. Από το 1847 έγινε πρωτεύουσα η Βοστίνα (σήμερα Πωγωνιανή). Από το 1921 και μέχρι σήμερα το Δελβινάκι. Κάποιο διάστημα ήταν η Σωπική έδρα του Μουσελίμη (=Διοικητή).

Στο μεταξύ, όταν οι Τούρκοι κατάλαβαν τη σοβαρότητα των γεγονότων αποφάσισαν να δράσουν. Τουρκικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στην Αυλώνα για να χτυπήσουν τους επαναστάτες. Οι χριστιανοί Χειμαριώτες ακολουθούν τους Τούρκους, φθάνουν στο Κούτσι, πατρίδα του Γκιωλέκα και το καίνε. Ακολουθούν φοβερά αντίποινα των επαναστατών...
Ο στρατάρχης της Ρούμελης Μεχμέτ πασάς στέλνει στρατό να χτυπήσει τους επαναστάτες στο Μπεράτι. Για τον ίδιο σκοπό έρχεται και ο τοπάρχης της Καστοριάς.

Η φοβερή σύγκρουση στα Δολιανά

Στο μεταξύ ξεκίνησε ο Δερβέναγας από τα Γιάννενα και έφθασε στη Μόσιορη (σημ. Σιταριά), όπου ενώθηκε με τον Οσμάν Ντίνο, ο οποίος, επιτηρούσε την περιοχή με 200 στρατιώτες και 200 φορτώματα τρόφιμα. Φόβος και τρόμος κυρίευε όλους μέσα στα 
Γιάννενα, όταν έφθαναν ειδήσεις, λίγο εξογκωμένες, για τα κατορθώματα του Γκιωλέκα.
Τελικά έφθασαν περίπου χίλιοι στρατιώτες και ιππείς απο τη Θεσσαλία κατευθυνόμενοι προς το Αργυρόκαστρο. Εστάθμευσαν στα Δολιανά και μοιράστηκαν στα σπίτια για διανυκτέρευση. 

Στις 28 Αυγούστου 1847, στις 2 μετά τα μεσάνυχτα εφτακόσιοι Λιάπηδες και Τσάμηδες όρμησαν στα σπίτια των Δολιανών, όπου διανυκτέρευαν οι στρατιώτες. Μάχονται με όπλα, μαχαίρια και φωτιά, που βάζουν στα σπίτια.
Ο σουλτανικός στρατός συντρίβεται και όσοι γλυτώνουν καταφεύγουν στα Γιάννενα. Τα Δολιανά καίγονται και λεηλατούνται. Οι κάτοικοι είχαν εγκαταλείψει το χωριό, προτού αρχίσει η μάχη. Περίπου 700-800 Τούρκοι στρατιώτες είχαν κλειστεί στην εκκλησία. 
Ο Γκιωλέκας τους προστάζει να προσκυνήσουν και να φύγουν ελεύθεροι. Παραδόθηκαν και τους άφησε ελεύθερους. Ο Αραβαντινός αναφέρει:
«εν τη μανιώδει εκείνη μάχη πλείονες των 600 εφονεύθησαν εκατέρωθεν και η κώμη των Δολιανών εγένετο παρανάλωμα του πυράς και της λεηλασίας, προλαβόντων των κατοίκων να απομακρυνθώσι άμα ήρξατο η έφοδος».
Τα Γιάννενα θα τα κυρίευε εύκολα τότε ο Γκιωλέκας, αν προχωρούσε προς τα εκεί και η λεηλασία και η καταστροφή θα ήταν βεβαία.
Την κρίσιμη εκείνη ώρα έσωσαν την κατάσταση οι θλιβερές για τον Γκιωλέκα ειδήσεις που έφθασαν από το Μπεράτι και το Δέλβινο. Οι επαναστάτες «συνετρίβησαν και διελύθησαν» από τα σουλτανικά στρατεύματα.

Έτσι ο Γκιωλέκας, επέστρεψε εσπευσμένα στην Αλβανία. Στο μεταξύ, πριν από λίγες μέρες, αποφασίστηκε να στείλουν οι επαναστάτες επιστολή-έγγραφο στον Κωλέττη, εκ μέρους όλων των μπέηδων και των αγάδων Ηπείρου και Αλβανίας με την οποία ζητούσαν τη φανερή επέμβαση της Ελλάδας στην επανάσταση. Είναι μια ενδιαφέρουσα επιστολή, που λέει πολλά και ενδιαφέροντα. Την επιστολή ανέλαβε να φέρει στην Αθήνα και να την παραδώσει στον Κωλέττη ο Χειμαριώτης Στέφανος Τσιάλης. Μόλις, όμως έφθασε στον Πειραιά, πληροφορήθηκε το θάνατο του Κωλέττη!..

Ενώ επέστρεφε στο Μπεράτι ο Γκιωλέκας κατέφθασαν δέκα τάγματα πεζικού στρατού από τη Ρούμελη. Έπειτα από πολλές συγκρούσεις αναγκάστηκε (ο Γκιωλέκας) να φύγει στη Θεσσαλία. Η Ελληνική κυβέρνηση του παραχώρησε άσυλο. Αργότερα κατέφυγε στο Μαυροβούνιο και κατατάχθηκε στο στρατό. Σε κάποια μάχη σκοτώθηκε.

Η αποτυχία του κινήματος αυτού, χαροποίησε τους Έλληνες, γιατί ταπεινώθηκαν οι Αλβανοί και έλλειψαν οι αυθαιρεσίες τους. Απο την άλλη, όμως έφερε απαισιοδοξία ως προς την επιτυχία κινημάτων εναντίον της Τουρκίας.
Το θλιβερό τέλος της επανάστασης του Γκιωλέκα και τα σκληρά μέτρα κατά των πρωταιτίων αγάδων, τραγούδησε και ο Χριστιανικός λαός:
«Ανάθεμά την τη στιγμή και την πικρή την ώρα, 
πώβαλαν την κακή βουλή οι μπέηδες κι οι αγάδες 
τη μαύρη την Αρβανιτιά να σκώσουν στο ποδάρι.
Κι έπιασαν κούλιες και χωριά 
κι έπιασαν τα δερβένια 
και χτύπησαν και χάλασαν του βασιλιά τ’ ασκέρια.
Σαν τ’ άκουσε ο βασιλιάς, 
βαριά του κακοφάνει 
κι έστειλε δύναμες πολλές στεριάς και του πελάγου.
Πέρασε ο Σερασκέρ πασιάς και μπήκε στο Μπεράτι, 
καίονται τουρκικά χωριά, εις όλο το σαντσάκι, 
πέρασε και στο Δέλβινο καίοντας και χαλνώντας.
Κι έστειλε και στην Τσαμουριά το Χουσεΐν Βρυώνη. 
Σαν την κοπή τα προβάτα, 
σαν τα παχιά κριάρια, 
σωρεύτηκαν στα Γιάννενα Λιάπηδες, Αυλωνίτες,
Μπερατιανοί και Καστρινοί και Τσάμηδες δεμένοι».

Βιβλιογραφία-Πηγές
Π. Αραβαντινού «Χρονογραφία Ηπείρου» τ. Α'.
Β. Ζώτου Μολοσσού «Ηπειρ. Μελέται» τ. Δ' τεύχος Γ'
Εφημερίδα «Φωνή της Ηπείρου» άρθρα Αθαν. Πετρίδη, φύλλα 55-67 (1893).
Κώστα Νικολαίδη «ΤΑ ΓΙΑΝΝΙΝΑ»
Η ζωντανή προφορική παράδοση

Πηγή:"Πωγωνιακά Χρονικά" ΤΟΜΟΣ 2


ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ: το πρωτοπαλίκαρό του  Γκιωλέκα, ο Τζελήλ αγά Τσέλιο Πίτσαρη έζησε μετά την αποτυχια του κινήματος, με την υποστήριξη τού δημάρχου Αθηναίων Δημητρίου Σούτσου, με τον οποίον είχε συμπολεμήσει στην Θεσσαλία. Δεν άφησε δε,ούτε όταν έφτασε σε πολύ προχωρημένη ηλικία,την αγωνιστική του ορμή και τα ενδιαφεροντά του γιά τα εθνικά ζητήματα. Έγινε οπαδός τού Δεληγιαννικού κόμματος, πού ήταν το φλογερώτερο, μετείχε σε όλες τις διαδηλώσεις του και εστόλιζε απαραιτήτως, με την γραφική του παρουσία,ημέρα και νύχτα,το λαϊκό θεωρείο της Βουλής των Ελλήνων (Ο γηραιός εκείνος γενειοφόρος με την φουστανέλα,στον περίφημο πίνακα τού Κ.Ορλόφ σε ελαιογραφία πού απεικονίζει τον Χαρίλαο Τρικούπη σε ομιλία του στην Βουλή των Ελλήνων).


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.