[Σήμερα μία ιστορία απ το Ζαγόρι...]
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΖΑΧΑΡΗ
Kαλοκαιριάτικο απόγευμα. Ο ήλιος κρυβόταν πίσω απ’ την Γκραμπάλα και στέλνοντας τις ακτίνες του στα Παπιγκιώτικα παραθύρια τα ’κανε να λαμποκοπούν. Κατηφόρισα απ’ τον Πάνω- Μαχαλά για το Μεσοχώρι.
Ο Παπα-Μπέλος, που με είχε δει, με περίμενε στον πλάτανο της Μπόμπολης και μαζί φτάνοντας στο Μεσοχώρι, καθήσαμε στο τραπέζι, δίπλα στην πανύψηλη και λυγερόκορμη λεύκα. Παραγγείλαμε καφέδες και ανάψαμε τσιγάρο. Ο μπάρμπα Γιώργος, φέρνοντας τους καφέδες φταρνίστηκε και σιγοψιθύρισε:
"Ποιον θάβετε πάλι;"
Ο Παύλος, ο δάσκαλος του χωριού, έπρεπε να είχε έρθει κι αυτός στην παρέα. Ήταν η ώρα που συναντιόμαστε. Δεν φάνηκε όμως και μεις πονηρευτήκαμε και ρωτώντας μάθαμε, ότι πήγε στο ποτάμι για ψάρεμα με άλλη παρέα.
-Α! ρε γκαβία, θα μου το πληρώσεις αυτό! είπε ο παπάς.
Δεν πειράζει, του απάντησα. Αυτός θα πιάσει ψάρια και μεις θα τα φάμε.
-Τι λες βρε χάχα; Θα μας δώσει εμάς ψάρια;
-Δεν θα μας δώσει, θα του τα πάρουμε, και άκουσέ με:
