Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2016

Το προσευχητάρι της Μαλέκω Κερασιάς...

Μικρός ήταν άκόμα ό Βασίλης ό Ζόρικος πριν άπό τον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο, άλλα καταλάβαινε πώς ή Μαλέκω Κερασιά, ή γιαγιά του έκρυβε κάποιο μυστικό.

Την έβλεπε συχνά άποβραδύς τά Σάββατα, σαν άναβε τό καντήλι μπρός στή θαμπή είκόνα τής Παναγιάς, άνεβασμένη στό μεγάλο ξύλινο σκαμνί του σπιτιού της, νά άπλώνη τό χέρι της καί νά βγάζη άπό τό παληό καί μαστορικά δουλεμένο ξύλινο εικονοστάσι τους ένα φθαρμένο άπό τή χρήσι του μικρό βιβλίο. 
Μέ τον τρόπο όμως που τό έπιανε, αμέσως καταλάβαινε κανείς πώς αυτό ήταν κάτι τό άκριβό, κάτι πολύτιμο καί πολύ σεβαστό στή συνείδησι τής Μαλέκως. 
Μετά κατέβαινε άπό τό σκαμνί καί όρθια, σκυφτή κάτω άπό τό εικόνισμα, στό λιγοστό φως τής καντήλας διάβαζε κάτι μέσα άπό ιό βιβλίο. Τά λόγια της δέν άκούγονταν μά σάν παρακολουθούσες τά χείλη της θά μπορούσες νά ίσχυρισθής πώς πρόσεχε πάντα νά άποδίδη σωστά τά γραφόμενα τής φυλλάδας. 

Αύτό κρατούσε άρκετή ώρα. Μέχρι πού ή καλή Μαλέκω κουραζόνταν πιά καί εκλεινε τό βιβλίο. Τό φιλούσε κατανυκτικά, άνέβαινε ξανά στό σκαμνί καί τό τοποθετούσε στή θέσι του. Αύτό ήταν μιά άπό τις ιεροτελεστίες πού έκτελούσε πάντα μέ σχολαστικότατα καί ακρίβεια ή γιαγιά.

Πότε πότε ή παιδική περιέργεια τού Βασίλη βασάνιζε τή Μαλέκω μέ ερωτήσεις:
—Γιαγιά, τί είναι αύτό πού διαβάζεις;
Ή Μαλέκω καθυστερούσε λίγο ώς πού νά βρή τήν άπάντησι. Εβαζε τό δάχτυλό της στή γραμμή πού είχε σταματήσει γιά νά μή χάση τή συνέχεια καί μετά γύριζε καί τού λεγε.
—Τήν προσευχή μου κάνω. Αυτό είναι τό Προσευχητάρι μου. Άντε νά παίξης τώρα καί σαν θά μεγαλώσης θά καταλάβης μοναχός σου τί είναι αύτά που διαβάζω.
Άλλη φορά πάλι ό Βασίλης, κάνοντας άλλοιώς τήν έρώτησι, ξάφνιαζε τή Μαλέκω:
—Γιαγιά, που τό βρήκες αυτό τό βιβλίο;
—Μουτό εδωκε ή γιαγιά μου.
—Είχες καί σύ γιαγιά;
—Καί βέβαια είχα γιαγιά. Κάθε άνθρωπος έχει γιαγιά. Ήταν ή μάνα τής μάνας μου. Τήν έλεγαν καί κείνη, όπως καί μένα: Κερασιά. Είχε καί δυό αδερφές πού τις έλεγαν τή μιά Μηλιά καί τήν άλλη Κουμπουλιά. Στό νουνό τους φαίνεται ότι άρεσαν πολύ τά όπωρικά.

Ή γιαγιά μου ή Κερασιά, που λές Βασίλη μου, ήταν άπό τις λίγες γυναίκες που είχαν ταξιδευτή τήν εποχή εκείνη. Καί τούτο άπό άνάγκη. Ό μακαρίτης ό παππούς μου, ό άντρας της, ταξιδεύονταν στή Βιέννη, στήν πρωτεύουσα τής Άούστριας, όπου είχε κάνει πολλά λεφτά τότε. Κάποτε όμως επειδή άνακατευόνταν μέ εθνικές όργανώσεις πού πάσχιζαν νά λευτερώσουν τήν Ελλάδα άπό τούς Τούρκους, τόν επιασαν καί τον φυλάκισαν.
Έκεί στή φυλακή δεν άντεξε στις κακουχίες ό καημένος καί πέθανε. Οί συμπατριώτες του περιμάζεψαν τό βιό του καί ειδοποίησαν τή γιαγιά μου νά πάη νά τό πάρη γιά νάχη νά μεγαλώση τά παιδιά της. Ετσι ή γιαγιά μου μέ σφιγμένη τήν καρδιά έφθασε στή Βιέννη. Εκεί δέ άνάμεσα στ’ άλλα πράγματα του μακαρίτη, του παππού μου βρήκε κι αύτό τό Προσευχητάρι, δεμένο σ’ ενα πουγγί πού κουβαλούσε πάντα μαζί του, καί πού τήν ήμέρα πού τόν έπιασαν οι Αύστριακοί πρόλαβε καί τό παρέδωκε στον πιο έμπιστο άπό τούς ύπαλλήλους του.

Στήν άρχή ή γιαγιά μου σκέφτηκε νά τό πετάξη, μιά καί ή ίδια μή ξέροντας γράμματα δέν μπορούσε νά τό διαβάση. Μά σάν τό καλοσκέφτηκε άλλαξε γνώμη. Ήταν κάτι βγαλμένο άπό τό μέρος τής καρδιάς του μακαρίτη. Ηταν τό φυλαχτό του, σά νά λέμε. Καί σάν φυλαχτό θά τό κρατούσε καί κείνη. Θά τώδινε στά παιδιά της, καί κείνα στά δικά τους, μέχρι πού, ποιός ξέρει πότε, θά μπορούσε νά χρησιμεύση σάν άληθινό φυλαχτό στά χέρια ένός άπό μάς τούς άπογόνους του…

—Κι’ υστέρα, γιαγιά, τί εγινε;

—Ύστερα, παιδί μου, έγινε ό Μεγάλος Σηκωμός των Ελλήνων. Ό πατέρας μου, ένας Άργυροκαστρίτης ψυχωμένος, όπως κι’ ό παπούς μου, έλαβε μέρος σέ πολλές μάχες ένάντια στούς Τούρκους. Λένε πώς σκοτώθηκε στό Μεσολόγγι πολεμώντας σάν άληθινός άντρας.
Ή μακαρίτισσα ή μάνα μου τώχε καημό μεγάλο, γιατί δέν είχε πάρει μαζί του αύτό τό βιβλίο γιά φυλαχτό. Κι’ έλεγε πάντα πώς αυτό τό φυλαχτό, γιά νά μή τό κουβαλούν μαζύ τους, δέν είχε σώσει ούτε τόν πατέρα της ούτε τόν άντρα της. Ετσι, σάν έγώ έγινα νυφούλα μούδωσε αύτό τό βιβλίο σάν προίκα καί σάν φυλαχτό «γιά τόν άντρα σου καί τά παιδιά σου», όπως μου είπε. Οταν τώδειξα στον άντρα μου, στον μακαρίτη τόν παππού σου, Θεός συγχωρέση τον, μου είπε:
—«Γυναίκα, αύτό νά τό βάλης στό Εικόνισμα, μαζί μέ τις εικόνες, είναι άπό τά λόγια πού κι’ οί άγιοι τά θέλουν, γιατί αύτά σώνουν τούς άνθρώπους. Νά μέ συγχωρνάς πού δέν τό παίρνω μαζί μου. Μ’ αύτό δέν θέλω νά προσβάλω τόν πατέρα σου ούτε καί τόν παππού σου. Μά βλέπεις, λαχαίνει αύτά πού γράφει αύτό τό βιβλίο νά τά ξέρω άπ’ έξω. Σάν ήμουν μικρός μου τά μάθαινε αύτά ή γιαγιά μου. Τάχω βυζαγμένα μέ τό γάλα τής μάνας μου. Τή γενιά μου θαρώ τή ξέρεις καλά.Ό παππούς μου ήταν πρωτοπαλλήκαρο του Μάρκου Μπότσαρη, ενας Ελληνας ψυχωμένος, άπό τούς λίγους πού γύρισαν ζωντανοί γιά νά συνεχίσουν κι άπ’ εδώ τόν άγώνα γιά τή Λευτεριά μας».
Λίγους μήνες μετά άπό τήν άπελευθέρωσί μας του 1913, όταν ή Βόρειος “Ηπειρος άνακηρύχθηκε Αύτόνομη, σέ μιά μάχη μέ τούς Αρβανίτες, ό παππούς σου, ό Βασίλης ό Ζόρικος, Καπετάνιος μέ τ’ όνομα σ’ ένα άπό τά απελευθερωτικά σώματα, πολεμώντας ή- ρωϊκά έπεφτε νεκρός. Τόν έκλαψα τότε όσο μπορούσα, μά δέν άπελπίστηκα. Συγκέντρωσα τις ελπίδες μου στον πατέρα σου. Μά δέν βαριέσαι, κόπος χαμένος. Άλλοι καιροί, άλλοι άνθρωποι, άλλες ιδέες. Δέν του λείπει κι’ αύτουνού ή παλληκαριά, μά τού λείπει ή πίστι στήν Ελλάδα. Καί έπειτα, τώρα, έρχεται ή σειρά σου. Έσύ κάτι μπορείς νά κάνης γι’ αύτό, γιά τή Λευτεριά μας, θέλω νά πώ. Είσαι νέος καί οί νέοι πάντα έχουν ιδανικά. Άντε τώρα νά παίξης καί τσιμουδιά σέ κανέναν γιά όσα σου είπα. Ακόμα, άν μπορής, νά τά ξεχάσης γιά ενα διάστημα.

Άλλο πού δέν ήθελε κι’ ό Βασίλης, άφού είχε βαρεθή ν’ άκούη πάντα τήν ίδια ιστορία γιά τό Προσευχητάρι τής Μαλέκω Κερασιάς…

****

Τά χρόνια πέρασαν, ό Βασίλης ό Ζόρικος μεγάλωσε, ή Μαλέκω Κερασιά πέθανε καί τήν έθαψαν στό σύνδεντρο στόν Άϊ-Δημήτρη. Τό νέο καθεστώς πού επικρατούσε τώρα δέν έπέτρεπε τις πολυτέλειες των παπάδων καί τής καμπάνας. Τά Σαββατόβραδα ξεχάστηκαν καί τό καντήλι στό Εικονοστάσι έμεινε σβυστό. Θέλεις γιατί έλειπε τό λάδι, θέλεις γιατί ή οικογένεια του Βασίλη ήταν στά πράγματα καί δέν έπρεπε νά δείχνη τό κακό παράδειγμα, οί σκόνες καί οί αράχνες έκρυψαν τις μορφές των αγίων στό Εικονοστάσι καί τίς έκαναν γιά λίγο νά λησμονηθούν.

Ό Βασίλης ό Ζόρικος, άπό τά άγαπημένα παιδιά του νέου καθεστώτος, μπήκε στήν Ακαδημία του Αργυροκάστρου καί βγήκε δάσκαλος. Από τά πολλά που είχε άκούσει έκει, λίγα πράγματα του έκαναν έντύπωσι. Απ’ αύτά πού του άρεσαν ήταν καί τούτο, οτι σκάβοντας κανείς τή γη ή σκαλίζοντας στά έρειπώμένα μοναστήρια μαθαίνει τήν ιστορία των προγόνων του, βρίσκει πράγματα πού όλος ό κόσμος τά εύλαβείται. "Ετσι γυρίζοντας τό τελευταίο καλοκαίρι άπό τό Αργυρόκαστρο στό χωριό του, ένα άπό τά πολλά χωριά τής έπαρχίας Δρυϊνουπόλεως, άρχισε νά ψάχνη γιά άντίκες. Τό παληό εικονοστάσι του σπιτιου τους ίσως θά μπορούσε νά τουπροσφέρη κάτι…

Κάπου έκεί στήν άκρη του δωματίου βρήκε τό μεγάλο ξύλινο σκαμνί, τώφερε κοντά, άνέβηκε έπάνω καί παραμερίζοντας τίς αράχνες έπιασε τή μεγάλη εικόνα τής Παναγίας, δείγμα του θριάμβου των εικονολατρών. Αύτός ομως ήταν εικονοκλάστης, όσον άφορά βέβαια τίς είκόνες των χριστιανών. Καθώς τήν τράβηξε πρός τά έξω ενα μικρό πραγματάκι κατρακύλησε πίσω της καί έπεσε στό πάτωμα. Ό Βασίλης ό Ζόρικος κατέβηκε άπό τό σκαμνί, άφησε κάπου τήν εικόνα τής Παναγίας, καί σκύβοντας σήκωσε αύτό πού είχε πέσει. Ήταν ένα μικρό βιβλίο. Καί όπως του ήρθαν στό νού οί παιδικές άναμνήσεις, θυμήθηκε τή Μαλέκω του. Ήταν τό Προσευχητάρι τής Μαλέκω Κερασιάς...

Άνοιξε τό έξώφυλλο μέ εύλάβεια πολλή καί συγκεντρώνοντας τό νού του στά ελληνικά πού είχε μάθει άπό μικρός μέ μεγάλο κόπο διάβασε:

ΘΟΥΡΙΟΣ ΔΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ 

Ποιηθείς ύπό ΡΗΓΑ ΒΕΛΕΣΤΙΝΛΗ 

καί στή δεύτερη σελίδα άρχιζε:

Ώς ποτέ παληκάρια νά ζούμε στά στενά;

Αύτό λοιπόν ήταν τό Προσευχητάρι τής Μαλέκω Κερασιάς, ό Θούριος γιά τήν Ελευθερία! Τό πράγμα αύτό τόν εβαλε σέ μεγάλη συλλογή... Τίς έπόμενες μέρες ό Βασίλης ό Ζόρικος ξανάφερε στό νού του τήν ιστορία των προγόνων του, όπως του τήν διηγόνταν ή γιαγιά του όταν ήταν μικρός. Τό αίμα των προγόνων ξύπνησε μέσα του. Μιά πιο σωστή σκέψι τόν έκανε νά πάρη τά βουνά αποφασισμένος νά αγωνιστή…

***
Πηγή: Το παραπάνω διήγημα ανήκει στη συλλογή "ΕΠΙΜΕΘΟΡΙΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ" του Νίκου Λώλη, γραμένο το καλοκαίρι του 1966.[Διατηρήθηκε η ορθογραφία του συγγραφέα]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.