Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΗΣΣΑΝΙΩΤΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΗΣΣΑΝΙΩΤΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2020

Η περιστερότρυπα...


Του Παντελή Αρμπυρου

Ποιος από τους χωριανούς μας δεν έχει ακουστά για την περιστερότρυπα, που είναι στο Κουτσόκρανο στις λακκιές. Που αρχί­ζουν απ’ το Δολό και τελειώνουν στο Χάνι Δελβινάκι. Είναι δε κα­τάφυτες από δένδρα λογής λογιών νομίζοντας ότι ευρίσκεσαι σε παρ­θένα δάση των τροπικών χωρών. Εγώ χαίρομαι να τις περπατώ 7 - 8 φορές το χρόνο, τόσο όμορφες είναι... Δεν τις χορταίνω σαν ορει­βάτης πλέον όχι σαν κυνηγός. Γιατί τα κυνήγια τά ’φαγε η ρό­δα από το ’62 που εβγήκαν έξω δεν άφησαν τίποτε, ως και τις τσάμπες σαν η λάλα. Το δε υψη­λότερο σημείο εις το μέσον είναι 1.311 μ. ύψος, τόσα γράφει ο χάρτης του Λία στο καφενείο, με πε­λώρια κρεμάσματα όπου φύονται και γραβλιές όπως στην Νεμέρτσικα και δεν ωριμάζουν, ονομάζε­ται δε κουτσνίδα. Έτσι είναι και το βουνό στους Παξούς ακριβώς ίσια με της λάκκας καθώς και το μέγεθος του νησιού. Το κοίταγα από το βαποράκι που μας πηγαί­νει εκεί από την Πάργα σε 1 1)2 ώρα με τα 10 χωριά από 5-8 σπίτια για την περισυλογή της εληάς που είναι γεμάτο.

Η περιστεράτρυπα που λέτε εί­ναι σε μια λακκιά μικρή δίπλα α­πό τη μεγάλη λακκιά του Μη- τρούση του δασκάλου μας, όπου οι Δελβινακιώτες έφτιαξαν τη λούτσα πριν 30 χρόνια με επιβλέποντα μηχανικό το Τζατζάκη και δεν κρατά νερό, ετρύπησε. Δί­πλα από τη λακκιά αυτή, λοιπόν, είναι η περιστερότρυπα, έχει ά­νοιγμα ίσα με ένα αλώνι, βάθος δε άγνωστο αφού ρίχνουμε πέτρα  και κάνει πόσην ώρα κρακ - κρουκ ώσπου να φθάσει στον πάτο.

Τετάρτη 23 Αυγούστου 2017

Βήσσανη 1888:Ενα μάθημα στό δεσπότη...


*Η Βήσσανη. Για μεγέθυνση της εικόνας πατήστε ΕΔΩ

(Άφήγησις Κ. Άναστασιάδη)

Στις άρχές Σεπτεμβρίου του 1888, ο τότε μητροπολίτης Βελλάς καί Κονίτσης, γηραιός Βασίλειος, απεφάσισε νά επισκεφθεί τά χωριά τής περιφερείας του για τελευταία φορά κάνοντας αρχή άπό τή Βήσσανη.

Τό Σάββατο άπόγευμα τής 5ης Σεπτεμβρίου, μέ το ηλιοβασίλεμα, οί μουχταροδημογέροντες, οι έφοροετπίτροποι, οι πρόκριτοι, όλοι οι άνδρες, γυναίκες καί παιδιά των σχολείων αρρένων καί θηλέων, συγκεντρώθηκαν στήν Κούλα γιά νά ύποδεχθούν τό Δεσπότη.
Ύστερα άπό λίγο, φάνηκε στά Βαθύλακκα νάρχεται μέ τήν άκολουθία του, οπότε άρχισαν οί καμπάνες νά χτυπούν χαρμόσυνα και σέ λίγο ό Σεβασμιώτατος έφθασε ... Έκεί εύλόγησε τά πλήθη, οί παπάδες καί οί πρόκριτοι του φίλησαν τό χέρι, καί έπειδή ήταν πολύ κουρασμένος τόν έπήγε όλο τό χωριό ως τό σπίτι του Δράσου, καβάλλα, όπου του είχαν τοιμάσει κατάλυμα...

Τήν επόμενη μέρα, Κυριακή, προσήλθε στήν εκκλησία όπου έγινε μεγαλοπρεπής λειτουργία και άπό τό δεσποτικό εκφώνησε έναν ωραίο λόγο συνιστώντας αγάπη καί ομόνοια γιά τήν πρόοδο καί τό μεγαλείο τής Βήσσανης. Κατόπι έκατσε στο δεσποτικό θρόνο του καί έπί δυο ώρες, όλο τό χωριό, άνδρες, γυναίκες και παιδιά περούσαν καί του φιλούσαν τό χέρι...

Επειτα άπ αύτό πήγε στό κατάλυμά του, άφού προηγουμένως άνεκοίνωσε, οτι θά έδέχετο έκεί τήν 3 μ.μ. (ώρα τουρκ. 9η) τούς μουχταροδημογέροντες, διδασκάλους, έφοροεπιτρόπους καί προκρίτους.

Τετάρτη 12 Απριλίου 2017

Ο μύλος του Γορμού και το κεφάλι της Γκλάβας…


Φωτογραφία του 1898 με Βησσανιώτες να ψαρεύουν στο Μύλο του Γορμού
(Πατήστε στην εικόνα για μεγέθυνση)

Στη Βήσσανη [...Γιά το άλεσμα των σιτηρών υπήρχαν δυο κοινοτικοί νερόμυλοι, ο ένας στο Ποτάμι—ο κυριώτερος—καί ο άλλος στή Γκλάβα. 'Όταν  δέ για διαφόρους λόγους δεν έπαρκούσαν αυτοί, τότε κατέφευγαν και στο μύλο του Λαχανοκάστρου. Στον πρώτο πολλές φορές συγκεντρώνοντο πολλά αλέσματα καί κατ’ ανάγκην οι ενδιαφερόμενοι διανυκτέρευαν εκεί ακολουθώντας τη σειρά τους. Πλάϊ άπο τον μύλο αυτόν βρίσκονταν ή Νεροτρουβιά και γύρω αρκετή έκτασις πού καλλιεργούσε ποτιστικά ό μυλωνάς...]

Σπύρος Στούπης-"ΠΩΓΩΝΗΣΙΑΚΑ ΚΑΙ ΒΗΣΣΑΝΙΩΤΙΚΑ"-1972

***
Το κεφάλι της Γκλάβας ευρίσκεται στην Λαμπάνιτσα κοντά στην παλιά στρούγκα Φραστανών, είναι δε ίσια με δυό αλώνια και το βάθος περίπου 40 μέτρα κατά ομολογία τσομπαναραίων…
Το κεφάλι αυτό είναι οι πηγές του ποταμού Γορμού, που ενώνεται με τον Θύαμι ή Καλαμά στον κάμπο της Βελλάς και χύνονται στο Ιόνιο πέλαγος.

Περίπου 500 μέτρα παρακάτω ήταν ο μύλος του χωριού μας με 10 στρέμματα  γής. Παρακάτω ήταν ο μύλος Φραστανών μετά του Λαχανακάστρου, απέναντι του Αβδελιάρη, της Ρουψιάς ο Παληόμυλος στον Ξερόλακκο καταλήγοντας στο μύλο του Γορμού. Τον δικό μας δηλαδή, ο οποίος δεν σταματούσε όλο το χρόνο ενώ οι άλλοι εκόβονταν γιατί εστέρευε η γκλάβα το καλοκαίρι ...Όλοι τώρα αυτοί οι μύλοι κατέρευσαν, θύματα και αυτοί της γενικότερης εγκατάλειψης και των συγχρόνων κυλινδρομύλων... 

Δευτέρα 10 Απριλίου 2017

Η "μεγάλη" καμπάνα...


Η “ΜΕΓΑΛΗ” ΚΑΜΠΑΝΑ

Τη μέρα της Απριλιάτικης εκείνης νύχτας της Ανάστασης σκορπιόνταν από τους ανθούς των ακακιών κι απ' τα καριοφύλλια στον περίβολο της εκκλησίας. Φλογάτη η κουτσουπιά στον σχολικό κήπο και θλιβερή η μονωδία του γκιώνη στα κλωνάρια του πλάτανου.
Όλα συγκλίνουν εκεί γύρω από το ναό κι όλα συνθέτουν την ατμόσφαιρα του θρήνου στον ενταφιασμένο Θεάνθρωπο.

Μέσα στην εκκλησιά ψέλλονταν ακόμα οι καταβασίες. “Κύματι θαλάσσης...” κι οι χωριανοί με τις άσπρες λαμπάδες στα χέρια βρίσκονταν σε αναμονή να πάρουν το νέο φως απ' τ' αδυτα του ιερού του ναού.

Σε μια στιγμή αφού όλα τα κόκκινα κεριά σβήστηκαν και σκοτάδι απλώθηκε στους θόλους της εκκλησίας, πρόβαλε απ' την “ωραία πύλη” η αχνή σιλουέτα του Παπά-Νικόδημου ντυμένου στα λαμπρά του άμφια, που κρατώντας το τρικέρι με τ' ανέσπερο φως βροντοφώνησε το “Δεύτε λάβετε φως”! Το άγιο φως μεταδόθηκε αστραπιαία στις άσπρες αναστάσιμες λαμπάδες από χέρι σε χέρι. Η εκκλησιά λούστηκε απ' αυτό. Ύστερα ο παπάς ακολουθούμενος από τους ψάλτες και το εκκλησίασμα κατευθύνθηκε στην υπαίθρια ξύλινη εξέδρα σέρνοντας τα γέρικα πόδια του. Αφού θυμιάτισε και ανάγνωσε το Ευαγγέλιο, ξεστόμισε το χαρμόσυνο, το θριαμβικό “ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ”.

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2017

Άφού δεν ήξερε τά χούγια..

Του Σταύρου Καραδήμα

Μετά άπ’ τ’ αφρώδη καί ήμίγλυκα κρασιά της Ζίτσας, καλά κρασιά στην ’Ήπειρο, εύγευστα κοκκινέλια μπρούσικα, έβγαζαν πολλά χωριά του Πωγωνίου.
Η Βήσσανη μέ τά καλοκαλλιεργημένα αμπέλια της συγκεντρωμένα σ’ ενα μακρόστενο καταπράσινο λοφίσκο, κοντά στο μικρο- κουκλίστικο χωριό Καξιούς ('Αγ. Κοσμάς), είχε την καλύτερη παραγωγή. Τώρα ό μαγικός χλοερός αυτός λοφίσκος πού ήταν πλούσιος αμπελώνας μ’ όπωροφόρα, καταστράφηκε άπ’ τη φυλλοξήρα αλλά κι άπ’ τήν εγκατάλειψη.

Μιά Κυριακή ένας μικρομπακάλης από κοντινό χωριό πήγε μέ τή φοράδα του στή Βήσσανη νά φορτώσει στά κατσούπια (ασκιά) του κρασί γιά μιά μεγάλη χαρά. Οι συμπέθεροι ήταν γλεντζέδες, θέλανε καλό κρασί κι είχαν πάρει καπάρο —άγκαζάρησαν— άπ’ τό περίφημο τότε τακίμι βιολιά, του μεγάλου καλλιτέχνη Σιάκιου άπ’ την Πογδόριανη.
Οταν εφθασε στον πλάτανο στο μεσοχώρι ρώτησε μιά συντροφιά Βησσανιώτες πού είναι τό σπίτι του κυρ Μενέλαου, γιατί του είπαν πώς εχει καλό κρασί. Εκείνοι εύγενικά του δώσανε ενα πρόθυμο άγόρι νά τον οδηγήσει στ’ αρχοντικό πού ζήτησε ό μπακάλης. 
Ό κυρ Μενέλαος έδώ κι ενα μήνα είχε ερθει απ’ τή Κωνσταντινούπολη, πού διατηρούσε μεγάλο φουρνάρικο, ήταν στην έκκλησία γιατί δέν είχε τελειώσει ή λειτουργία άκόμη.

Χτύπησε τ’ άγόρι τή μεγάλη εξώπορτα του σπιτιού κι άνοιξε αμέσως. Τράβηξε ό μπακάλης απ’ τό καπίστρι —χαλινάρι— τή φοράδα πού περπατούσε μέ πολύ θόρυβο άπ’ τά πέταλά της στο γκαλντερίμι, κι έκανε μεγάλο σαματά στήν καθαρή αυλόπορτα.

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2017

Οι ατσαλιές της Λιούντως...


Κάθε παληός Βησσανιώτης θυμάται τή μάλε Λιούντω. 'Η φήμη της άλλως τε έχει ξεπεράσει τά σύνορα του χωριού καί τ’ όνομά της ίσως έχει γίνει γνωστό κι έξω άπό τήν Ελλάδα.
Γιατί λίγα χρόνια πριν άπό τόν τελευταίο μεγάλο πόλεμο, ένας Δανός συγγραφεύς, έπεσκέφθηκε τή Βήσσανη καί συγκέντρωσε άπό τό στόμα της, όπως άκριβώς αύτή ήξερε καί τά έλεγε, ένα σωρό άνέκδοτά της. Δέν ξέρομε όμως τό όνομα του ξένου αύτού συγγραφέα ή άν έξεδόθησαν όσα συνεκέντρωσε γιά νά τά βρούμε. Καί είναι κρίμα, ότι δέν βρέθηκε κανένας έντόπιος νά συγκεντρώσει, όσα μ’ έξαιρετική έξυπνάδα καί ώμή άλλά όχι χυδαία σάτυρα, έλεγε ή τετραπέρατη μά καί έξαιρετικά πικραμένη κατά τά άλλα άπό τή ζωή, ή άξέχαστη έκείνη καλή βησσανιώτισα.
Τά ίδια θά είχαμε νά πούμε καί γιά τόν καλόκαρδο Μήτρο Καρύτση όσο καί τόν Γ. Φίλη. Γιατί άν έγίνετο αύτό, πλούσια θά ήταν ή συμβολή στήν τοπική μας ήθογραφία, λαογραφία, ιστορία κ.λ.π.
Τόσο ό Καρύτσης όσο καί ή Λιούντω μέ τήν άφέλεια καί άπλότητα τών σκηνών πού συνθέτουν παρουσιάζουν φαινόμενο, μεγάλης συγγενείας μέ τήν άρχαία σάτυρα του Άριστοφάνους καί στέκουν σάν σύμβολα μιάς έποχής, πού ή Βήσσανη ήταν σ’ όλη τήν περιοχή «πρώτη στά γρόσια καί στά γράμματα»...


Τό φόκι* γιά παρηγοριά...

(Κατ’ άφήγησι τής γραίας Άγαθής Άναστ. Παπαγεωργίου)

Γύρ’σαν ’πό τό λείψανο, μακρ’γιά ’π έδω, κι ή Σάνα, γεννηά μέ τ΄ Λιούντω, κάθονταν στ’ν κορ’φή στ’ γωνιά βαρυληπημέν’ γιά τό χαμό του γέροντά της, σκεπασμένα τά μάτια της μ’ ένα μαύρο μαντήλι καί γυρ’σμένη κατά τή στιά, νά μή γλέπ’ καέναν... Τ’ν ίδια ώρα, τρωΐρω της, ένα σωρό γυναίκες κάθονταν καί κουβέντιαζαν άπό γάλια, καί.,.νάσου μπαίν’ ή Λιούντω, θεός σχωρέστη καί φωνάζ’ τ’ χήρα σοβαρά, σοβαρά...

Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2016

Xριστουγεννιάτικα...


Της Βαγγελιώς Παΐσιου

Έρχονται σε λίγες μέρες Χριστούγεννα. Αυτές οι άγιες μέρες μας θυμίζουν πολλά από τα παιδικά μας χρόνια...

Πρώτα απ’ όλα, οι γλυκόλαλες καμπάνες του Άη Νικόλα μας που μας ξυπνούσαν να πάμε στην εκκλησία. Έπειτα ακούγαμε τον Πατέρα να ψέλνει “...η γέννησή σου Χριστέ ο Θεός ημών...” ολόκληρο και συνέχιζε “...η Παρθένος σήμερον τον Υπερούσιον τίκτει...” και εμείς προσπαθούσαμε να το μάθουμε.

Επηγαίναμε βέβαια, όλα τα παιδιά στην εκκλησία που ήταν πάρα πολύ ωραία, αλλά εμάς των παιδιών το μυαλό ήταν στις λαλαγγίτες, που από βραδύς τις είχαμε ζεματίσει με πετιμέζι και είχαμε ρίξει μπόλικα καρύδια. Φτιάχναμε άλλοτε δύο και άλλοτε τρία τεψιά. Τώρα όμως, αυτό το πατροπαράδοτο γλυκό που συμβολίζει τα σπάργανα του Χριστού, έσβησε για τους περισσότερους Βησσανιώτες. Έχω όμως την εντύπωση ότι πολλοί θα τις νοσταλγούνε τις τόσο ωραίες και τις τόσο εύγεστες λαλαγγίτες. 
Τα υλικά που χρησιμοποιούσαν ήταν: αλεύρι, καρύδια και πετιμέζι ή ζάχαρη αν δεν υπήρχε πετιμέζι. Είχανε όμως κόπο να γίνουνε. Καίγαμε μια μαύρη πλάκα από την προηγούμενη μέρα στην φωτιά και αφού έκαιγε καλά, αρχίζαμε να ρίχνουμε τον χυλό. Αυτός γινότανε φύλλο πολύ νόστιμο. Για να φτιάξεις 15-20 φύλλα ήθελες πολλές ώρες.
[Αυτά Γιάννη Στούπη δεν τα γράφω να τα μάθεις εσύ, αυτά εσύ τα ξέρεις. Τα γράφω για να τα διαβάζει η νεολαία μας να μαθαίνουν τα γλυκά που τρώγανε οι παππούδες και οι γιαγιάδες τους...]

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2016

Τα πανηγύρια...


Toυ Παντελή Αρμπυρου

>>>Στις 24-6-95 επήγαμε στο Πανηγύρι του Βομπλού ή Σταυροδρόμι, γενέθλιο Ιωάννου Προδρόμου στη Μονή στο δάσος της Μπούνας με το Λία, τον Κώτσο Μπάμπα και τον Σωτήρη Κόττη.

Πολύς κόσμος από τα γύρω χωριά, ήταν και ο Πανταζής ο οδοντίατρος από το Τεριάχι γαμπρός με τη χωριανή μας του Γκουτζαμάνη, ο οποίος δεν τα κατάφερε να χορέψει εφέτος, μέχρι πέρυσι τα κατάφερνε γιατί είναι 86 ετών!!! Ήταν εκεί και ο νέος Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης κ.κ. Ανδρέας Τρεμπέλας μαζί με τον Παπαφάνη, τον Χριστόδουλο Δελβινακίου κι έναν άλλο. 

Βομπλό ή Σταυροδρόμι Πωγωνίου
Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας εβγήκε στο προαύλιο κηρύττοντας τον Θείο Λόγο. Στο τέλος εκάθησεν πίνοντας τον καφέ του, έπειτα άρχισε να λέγει:
“Εγώ δεν άλλαξα τίποτε που έγινα Δεσπότης, μόνο την πατερίτσα έχω παραπάνω, κατά τα άλλα, θα είμαι ο ίδιος όπως πρώτα” και τον χειροκροτήσαμε που δεν τον κατέλαβε η υπεροψία και η αλαζονία όπως άλλους, αλλά στάθηκε απλός όπως πρώτα. Εσηκώθηκε έπειτα και μας εμοίρασε ιδιοχείρως την εικόνα του Αγίου Ιωάννου, τόσο πολύ απλός Δεσπότης, τον εγνωρίζαμε και από Αρχιμανδρίτη που εγύριζε όλα τα χωριά ο καημένος κηρύττοντας τον Θείο Λόγο και τον είχαμε αγαπήσει. Μακάρι να μοιάσει στον αείμνηστο Σεβαστιανό που τον είχε προτείνει για Δεσπότη. Μετά έφυγε χωρίς να φάγει. 

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2016

Ο Μπάρμπα Γεώργης Μέντζος o Καφετζής...


Toυ Παντελή Αρμπυρου

Σήμερα θα σας διηγηθώ για έναν άλλο χωριανό μας εξ’ ίσου σημαντικό, ο οποίος επέρασε από το Βησσανιώτικο στερέωμα και έλαμψε σαν άλλος διάττοντας αστέρας. Αυτός ήταν ο Μπαρμπαγεώργης ο Μέντζος. 

Εγώ τότε πρέπει να ήμουν 5-6-7 ετών και τον ενθυμούμαι που έκανε τον καφετζή στο κεντρικό καφενείο της κοινότητας με τον πλάτανο που τότε ήταν διώροφο. Τότε επάνω πήγαιναν οι νέοι με τα μπαστούνια, όπως συνηθίζονταν τότε και κάτω οι γερόντοι. Έξω δε στην ταμπέλα έγραφε ΚΑΦΕΝΕΙΟ “Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ”. 

'Ανδρας ψηλός και ωραίος ο μακαρίτης. Το σπίτι του ήταν δίπλα στο δικό μας, διώροφο με μπαλκόνια και στέρνα από μισό με τον αδελφό του τον Γιάννη τον Μέντζο που είχε παιδί τον Γ. Μέντζο, Πρόεδρο των Αρτοποιών Ελλάδος, δοξάζοντας τη Βήσσανη ή στο φούρνο του που είχε στο Ταχυδρομείο και έτρωγαν τόσα Βησσανιωτάκια ψωμί... Είχαν και καλό αμπέλι στο μεσαίο Αγιάννη με κίσμα που έβγαζε πολλά σταφύλια. Εγέμιζαν τα βαένια κρασί που είχαν στις Μπίμτσες στα κατώγια και ρακί, και τα ξόδευε ο Μπαρμπαγεώργης όλα στο καφενείο. Εκεί διατηρούσαν τα τυργιά, τα τουρσιά, τα γλυκά και τα κρέατα γιατί ήταν σαν ψυγείο. Γυναίκα του είχε τη Νούνα όπως τη λέγαμε όλοι γιατί μας εβάπτιζε όλους, την Κωστάντω του Γκοντέ, όπως έλεγαν τότε τους Κόντηδες, αδελφή του Αχιλλέα Κόντη και επειδή δεν έκαναν παιδιά, υιοθέτησαν την Όλγα, κόρη του Αχιλλέα Κόντη του αδελφού της. Πολύ καλός κόσμος.

Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2016

Έρχεται ο Έπαρχος...


O Πλάτανος στο χοροστά­σι είχε την τιμητική του. Άντρες μαζεμένοι κουβε­ντιάζανε, πηγαινοερχότανε και τραπέζια ετοιμάζονταν για στρώσιμο. Όλα από μακριά έδειχναν ότι στο καφενείο του Ζωΐτση θα ερχότανε κάποιος μεγάλος. Η Καλλιόπη του Καβάκου κατηφορίζοντας από του Τσάρα είδε όλο αυτό, το νταβατούρι και από περιέργεια πήγε να μάθει τι γίνεται.

Η Κολλιοπίτσα μας ήτανε γνωστή στο χωριό με το καλλι­τεχνικό παρατσούκλι του ά­ντρα της -τον έλεγαν Ματζιώρα- επειδή ήταν μουσικός και ήξερε και μουσική. Η Ματζιώρω όξω από το Παρθεναγωγείο βρίσκει τον Πάντο Δόση που ασχολιούνταν με την καθαριότη­τα .
-               Ω Πάντο τί γένεται εκεί σιακάτω;
-               Τι σε μέλλει;
-               Αμ  πως δεν με μέλλει . Να μην ξέρω τι γένετε;
Ο Πάντος την κοιτάζει πατόκορφα και της ξαναλέει.
-               Πίττα που δεν τρώς τι σε μέλλει κι αν καεί;
-         Εγώ σε ρωτώ και συ μου λες άλλαλα - μπάλαλα. Πες μου πως δεν ξέρεις να πάω να ρωτήσω άλλον. Τι μου άρχισες το κατηχητικό και την Σολωμονική;
-              Τον κακό σου τον καιρό, νεύριασε ο Παντελής. Αεί πα­ρατάμε μη σου φέρω την σκού­πα κατακέφαλα. Αεί  Τιτ.

Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2016

Το Σχολαρχείο της Βήσσανης...(Ωδή σε έναν ΔΑΣΚΑΛΟ!!)


Toυ Παντελή Αρμπυρου

Oταν πηγαίναμε στο Σχολαρχείο του χωριού μας, ή Ελληνικό Σχολείο όπως τόλεγαν, τρια χρόνια (1925-1927), είχαμε καθηγητές τον Δημ. Παπαχαρίση από το Μεσοβούνι Ζαγορίου που χτυπούσε (τι χτυπούσε, δεν τόρχονταν κρίμα; βιβλία δεν είχαμε, ρούχα επίσης, τροφή όχι καλή, χώρια τις τριμηνίες) και τον Παναγ. Τζαμακλή από τα Γιάννενα που δεν χτυπούσε.

Μαθαίναμε Κύρου Ανάβαση, «Δαρείου και Παρισάτιδος γίνονται παίδες δυο, πρεσβύτερος μεν Αρταξέρξης νεότερος δε Κύρος. Επί δε συν ησθένει Δαρείος και               υπόπτευε του βίου τελευταίναι εβού λετο τω παίδε αμφοτέρω παρείναι και ο μεν ουν Αρταξέρξης παρών ετύγχανε Κύρος δε κ.λ.π.» Το λέγαμε απέξω λίγο λάθος, πλαμ τις μπάτσες και είχε κάτι δάχτυλα χοντρά που σου άφηνε δαχτυλιές στα μάγουλα αφού χτυπούσε ως και το Γιώργο το παιδί του μηδενός φειδομένου. Ήρθε φέτος κι ανταμώσαμε στο πανηγύρι. Στέκεις γερός του είπα, σαν ο πατέρας σου, χτυπούσε και το Νάσιο τον ανεψιό του που σπούδασε κοντά του, όπως αναφέρει η κόρη του Αθηνά Παπαχαρίση - Πάλη στα Πωγωνησιακά χρονικά του Κ. Κωστούλα θυμόταν με κάποια πικρία, γράφει την αυστηρότητα του θείου του στη Βήσσανη. Εχάρηκα πολύ που έχει άνδρα από την Πολύτσαινη και οι δυο καθηγητές. Θαυμάζω το γράψιμό της που δεν την φθάνω, ήθελα πολύ να τους γνωρίσω γιατί απ’ εκεί εμπήκαμε μέσα με τον πόλεμο Σωπική, Σχοριάδες, Πολύτσαινη, κάτω είναι η Γκρίκα με τον ποταμό Σούχα που μαζεύει όλα τα νερά της Νεμέρτσικας και των χωριών σμίγοντας με το Δρίνο στη Δερόπολη, μετά ανεβήκαμε από το Χλωμό και πέσαμε πίσω στο Λάμποβο του Ζάππα με το Σταυρό και συνέχεια πόλεμο.

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2016

Βησσανιώτικες αληθινές ιστορίες...


Ο Νικόλας Δούμας, από την Πυρσόγιαννη Κονίτσης, εργάστηκε πολλά χρόνια στη Βήσσανη ήταν ένας από τους καλύτερους μαστόρους και έχτισε πολλά σπίτια ο γιός του Φάνης είχε περάσει στη Γυμναστική Ακαδημία και αφού τελείωσε διορίστηκε καθηγητής στο Ημιγυμνάσιο και αργότερα στην Αστική Σχολή της Βήσσανης. 

Όταν ήταν φοιτητής ο πατέρας του τού έστελνε χρήματα όταν είχε δουλειά. Κάποτε καθυστέρησε να στείλει, αναγκάστηκε ο γιός του να κάνει τηλεγράφημα έγραφε: "Αποστείλατε ανυπερθέτως χρήματα". Τότε είπε στον προϊστάμενο του ταχυδρομείου "κατάλαβα ότι θέλει χρήματα ώστε τα θέλει και γρήγορα το κερατόπαιδο..." είπε ο πατέρας του.

****

Πολλοί Βησσανιώτες είχαν εγκατασταθεί στην Αίγυπτο και είχαν δημιουργήσει εκεί οι περισσότεροι από αυτούς δικές τους επιχειρήσεις. Ένας απ’ αυτούς, αρτοποιός στο επάγγελμα, απεφάσισε νά ’ρθει στο χωριό. Αφού έφτασε στα Γιάννενα, έστειλε τηλεγράφημά στη γυναίκα του με σκοπό να στείλει ένα ζώο στη διακλάδωση να τον πάρει, γιατί τότε δεν υπήρχε συγκοινωνία. Το τηλεγράφημα έγραφε: «Έρχομαι ζώον», για να μην πληρώσει πολλά, αφού στο τηλεγράφημα παίζει ρόλο το πλήθος των λέξεων.

****

Στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου πολλοί Βησσανιώτες εγκατέλειψαν το χωριό λόγω των γεγονότων και κατέφυγαν στα Γιάννενα, όπως έγινε σε όλες τις ανταρτοκρατούμενες περιοχές της Ελλάδος.

Τετάρτη 10 Αυγούστου 2016

Η "κοντούλα" και η κυρία Βαγγελιώ...


Ξεφύλαζα που λέτε ένα βιβλίο, εδώ την βιβλιοθήκη της Αδελφότητας, με τίτλο "Πωγωνήσιος Γάμος (του Νικ. Θωμά Υφαντή-1972). Πολύ ενδιαφέροντα τα γραφόμενά του. 

Στο κεφάλαιο ΙΙΙ περιέχει μια σειρά απο πολλά χορευτικά τραγούδια...Σε μερικά απο αυτά υπήρχε πάνω στο βιλίο σημειωμένο ένα ν όπως όταν ελέγχουμε κάτι και το βρίσκουμε καλό ...Γυρίζοντας την σελίδα 337 βλέπω αντί την κανονική σελίδα καρφιτσωμένο ένα χειρόγραφο σημείωμα...


Η κυρία Βαγγελιώ είχε διορθώσει την "Κοντούλα" χειρόγραφα, αφού η εκδοχή που υπήρχε στο βιβλίο δεν έπερνε...γιατρειά!!!Δείτε:

Τρίτη 9 Αυγούστου 2016

Η Μονή ΑΒΕΛ με τα μάτια του κυρ Παντελή...*


Η Μονή  Άβελ  Βησσάνης απέχει ένα τέταρτο απ’ το χωριό, είναι δε μέσα σε μαγευτικό και τερπνό τοπίο, με πελώρια δένδρα δρυός και τιμάται επ’ ονόματι της Yπεραγίας ημών Θεοτόκου, εορτάζοντας στις 15 Αυγούστου. Επειδή όμως συμπίπτει με το πανηγύρι του χωριού μας εορτάζεται την Παρασκευή του Πάσχα με χορούς, φαγιά και γλέντια. 

Ήταν δε το Μοναστήρι πολύ όμορφο. Εμείς οι παληοί που το φθάσαμε με τα κελιά του, με τις χαγιάτες του, με τα τζάκια του, τους φούρνους και τη στέρνα σε σχήμα Π κάτω τα υπόγεια όπου έβαναν το κρασί οι καλογέροι στα μεγάλα βαένια και τις ρακές, είχαν μεγάλο αμπέλι όπου επήγαiναν οι γυναίκες και έσκαβαν καθώς και πολλά χωράφια που επίσης τα καλλιεργούσαν και φιλοξενούσαν κόσμο και κοσμάκη οι καλογέροι στα κελιά, φαί και ύπνο. 
Παλαιά ήταν καλογέροι, μετά έμεινε ο Αγάπιος Τζάκος ή Γιαννίκιος Βησσανιώτης και τελευταία έβαλαν το χωριό το Λιάγκο που τον φθάσαμε και εμείς για την φύλαξή του. 

Παλαιά ήταν το έθιμο το βράδυ της Παναγίας να κοιμούνται στα κελιά και στις χαγιάτες ο κόσμος, εζαλώνονταν τις βελέντζες οι γυναίκες και τη χαραυγή όταν κτυπούσε η καμπάνα πήγαιναν στο μοναστήρι για τη λειτουργία. Επήγα λοιπόν κι’ εγώ με την μάνα μου 8 - 10 χρόνων και όταν πέσαμε να κοιμηθούμε δίπλα από μας ήλθε να κοιμηθεί ο αείμνηστος και αξέχαστος Αρχιμανδρίτης Νικόδημος, και όπως ακούμπησε το μαστραπά με το νερό εχύθηκε το νερό. Πεταχτήκαμε επάνω, σκουπιστήκαμε και ματακοιμηθήκαμε και το πρωί πήγαμε στο μοναστήρι που έτσουζε το κρύο.

Πέμπτη 4 Αυγούστου 2016

Ξενητεμένο μου πουλί...


Για το γραφτό κείμενο στην εφημερίδα της Αδελφότητος «Η ΒΗΣΣΑΝΗ» του φίλου συγχωριανού Κώστα Νόββλη που τόσο απλά και συγκινητικά το εκθέτει, έχω χρέος αγάπης να τον συγχαρώ και ν’ απoκριθώ με μια άλλη συνέχεια….

Μικρό παιδί της Βήσσανης ήταν σαν χελιδόνι πoυ χάιδευε χωράφια, πoτάμια και βoυνoπλαγιές, μπαλκόνια και σoκάκια. Κι έγινε νιος μεγάλωσε, ξεφτέρι δυνατό. Μα η φτώ­χεια, τ’ αστροπέλεκα κι ο βροντοχαλιασμός, το έδιωξαν στην ξενητιά, εκεί που βρήκε δού­λεψε και το ψωμί χορτάτο. Ε­κεί να κάνει σπιτικό καλύτερο από πρώτα. Δεν σκέφτονταν το γυρισμό στον έρημο τον τόπο, μα η ψυχή του δέθηκε  ψηλά, σ’ αετοράχες, εκεί που πόλης ταραχή καμμιά φορά δεν φτάνει. Εκεί ξενητεμένε μου ο νους μου πήγε τώρα κ’ εκεί σε καρτερώ.

Στο καμπανάκι του σχολειού που μαθητής - μαθήτρια με χέ­ρια σταυρωτά χτύπαγαν για διάλειμμα και για να κάνουν τάξη. Εκεί που βίτσα από κρα­νιά τους μαύριζε τα χέρια, ε­κεί που αγάπες διαλεχτές έ­παιζαν το κρυφτούλι και χτυ­ποκάρδι για φιλί ήταν καϋμός μεγάλος, εκεί σε καρτερώ. Χριστούγεννα στον Άη Νικό­λα, το γένε πάσε για να πουν η νειότη και τα γηρατειά και μέγα Πάσχα να χαρούν σ' ένα χορό μεγάλο γύρα στο γεροπλάτανο, εκεί σε καρτερώ.

Δευτέρα 12 Αυγούστου 2013

Η γομάρα ενταβράντισε…


Της Αγγελικής Βραζιώτη 

"...Στα μέσα της δεκαετίας του '60, η αδελφή μου η Ελένη σπούδαζε στην Αθήνα. Ο παππούς μας είχε ιδιαίτερη αδυναμία στη «Λενίτσα» του, γιατί από μικρούλα περνούσε στη Βήσσανη όλες τις σχολικές διακοπές της και είχε τέλεια εξοικειωθεί με τη ζωή των ντόπιων. Της ταχυδρομούσε, λοιπόν, κάθε μήνα ένα μικρό, συμβολικό "επίδομα". Με την ευκαιρία, της έγραφε και λίγες γραμμές, με ωραία καλλιγραφικά γράμματα, με πολλή αγάπη, συγκινητικό ενδιαφέρον, με αρκετές συμβουλές αλλά και με κάποια δικά του νέα και της γιαγιάς από το χωριό. 
Κάποια άνοιξη, της έγραψε μεταξύ άλλων: 
«Λενίτσα, παιδί μου, η γομάρα ενταβράντισε όλο τον χειμώνα στο κατώι, να τρώει και να πίνει από τα έτοιμα. Δεν δέχεται καπίστρι και η γιαγιά σου δεν μπορεί να την κάμει καλά. Λέω να την πουλήσω. Μη στενοχωρεθείς, παιδί μου...». 
Πόσο γέλιο αλλά και πόση συγκίνηση χωράνε μέσα στις λίγες αυτές γραμμές, που δείχνουν καθαρά την έγνοια του παππού να μη στενοχωρήσει το εγγόνι του, την ποιότητα της επικοινωνίας τους, την αμοιβαία κατανόηση και την εμπιστοσύνη. Και όσοι θυμούνται τον πανύψηλο, μουστακαλή και αυστηρό Γιώργη Παππά, θα απορούν με την τρυφεράδα που αναδίνει αυτό το γράμμα. 

Τρίτη 28 Μαΐου 2013

Αναμνήσεις…


Του Γιάννη Στούπη 

Είναι δύσκολο να βρεθεί ο καθένας από εμάς το μήνα Μάη στο χωριό μας τη Βήσσανη… 
Και να όμως που τελείως αναπάντεχα την παραμονή Πρωτομαγιάς, βρέθηκα στο χωριό μόνος, καθισμένος δίπλα στο τζάκι, με μόνη συντροφιά τη φωτιά, που καμιά φορά έσπαγε τη μονοτονία από τον ενοχλητικό μονόλογο κάποιου μισαναμμένου δαυλιού... 

Ήταν όμως ο ίδιος μονόλογος που άκουγα και εκείνα τα χρόνια, αλλά δεν άκουγα τα λόγια της μάνας μου, που έλεγε, «κάποιος μας κουβεντιάζει»… 

Αυτό όμως ήταν η αιτία για να έρθουν στη θύμηση μου τα χρόνια εκείνα, που αυτή την ώρα η μάνα να είναι στο μαγειρειό για να ετοιμάσει το σακούλι της πρωτομαγιάτικης εκδρομής. Το τί έβαζε; Λίγα απόλα, τα υπάρχοντα της εποχής εκείνης: Κεφτέδες, χαλβά κι' ελιές από τον Τζόβα, αυγά, ψωμί, νερό και κανένα ξηνόμηλο, το μόνο φρούτο της εποχής εκείνης, που θα είχε ξεμείνει από το χειμώνα, στη γωνιά κάποιας αχυροκαλύβας. Όσο για σαλατικό, λίγες κάβιες μαζεύοντας τες από κάποιο κήπο, που θα βρίσκαμε στο δρόμο μας ανηφορίζοντας προς τα "Κουλούρια" του Γκαραβέλη... 

Όλα αυτά όμως ήταν ένα όνειρο που χάθηκε το πρωί, όταν άνοιξα τα παραθυρόφυλλα και το δωμάτιο γέμισε με δροσερό και ολόφρεσκο αέρα από το Κουτσόκρανο, που κουβαλούσε μαζί του το άρωμα της άγριας φύσης και τα κελαϊδίσματα των ζευγαρωμένων και μη πουλιών. Χωρίς να το καλοσκεφτώ ντύθηκα γρήγορα και με λίγες δρασκελιές βρέθηκα τσατζαρωμένος πάνω στα ραδιά κοντά στα "κουλούρια" του Μέντζου. Εκεί δεν είχα ούτε το σακούλι της μάνας, ούτε ζωντανή παρέα...

Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2011

ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑ ΙΕΡΕΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ

Το Σάββατο 10 Δεκεμβρίου στον Αη Νικόλα μας με μεγάλη λαμπρότητα έγινε η χειροτονία σε Πρεσβύτερο, του Ιεροδιακόνου Γεωργίου Μήτση, από τον Μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως Πωγωνιανής και Κονίτσης κ.κ. Ανδρέα. 
Ο νέος Ιερέας κατάγεται από τον Παρακάλαμο, τοποθετήθηκε στο χωριό μας και για αυτό του ευχόμεθα πάντα ΑΞΙΟΣ… 



Τετάρτη 27 Μαΐου 2009

Η ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ ΒΗΣΣΑΝΙΩΤΩΝ


Η κωμόπολη Βήσσανη, που βρίσκεται στην Επαρχία Πωγωνίου, του νομού Ιωαννίνων, είναι γνωστή όχι μόνο για το ωραίο κλίμα και τις απερίγραπτες φυσικές ομορφιές, που απλόχερα της χάρισε ο σοφός Δημιουργός, αλλά και για τις ημέρες (πολλές ημέρες) μεγαλείου και δόξας που γνώρισε και γνωρίζει. Γιατί και σήμερα ακόμη, παρά την παρακμή των χωριών της επαρχίας της και όχι μόνο, αυτή κράτησε την αρχοντιά και την περηφάνια της, την πρωτιά που τόσο επάξια είχε κερδίσει στο πέρασμα της ένδοξης ιστορίας της. 

Πλούσια σε παράδοση, σε θρησκευτικά, πολιτιστικά, εκπαιδευτικά κ.λ.π. μνημεία, μοναδική στην πνευματική καλλιέργεια, την ευγένεια, την πρόοδο και την προκοπή την καταξίωση των παιδιών της. Όμως, αν "...η πολυσχιδής ανάπτυξη της Βήσσανης είναι χαρακτηριστική και αν αυτό απετέλεσε την υπεροχήν της, αυτό είναι έργον της "Αρετής". Καθ' ημάς η ιστορία της Βήσσανης αρχίζει με την "Αρετήν"...", υποστηρίζει ο ιστοριοδίφης Χρ. Κουτσογιαννόπουλος σαν σοφό καταστάλαγμα προσεκτικών και μακροχρόνιων μελετών του. (1) 
Είναι δε ¨Αρετή¨ η Αδελφότητα των απανταχού Βησσανιωτών. Το άλλο μεγάλο δώρο της πρόνοιας του Θεού προς το χωριό αυτό. Η δύναμη, η ζείδωρη και ζωοδότρα που πάντα το παρακολουθεί, το στηρίζει, το τροφοδοτεί και το αναδεικνύει και που φέτος συμπληρώνει ουσιαστικά 130 και τυπικά 124 χρόνια ζωής και δράσης. (2)