Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016

Έρχεται ο Έπαρχος...


O Πλάτανος στο χοροστά­σι είχε την τιμητική του. Άντρες μαζεμένοι κουβε­ντιάζανε, πηγαινοερχότανε και τραπέζια ετοιμάζονταν για στρώσιμο. Όλα από μακριά έδειχναν ότι στο καφενείο του Ζωΐτση θα ερχότανε κάποιος μεγάλος. Η Καλλιόπη του Καβάκου κατηφορίζοντας από του Τσάρα είδε όλο αυτό, το νταβατούρι και από περιέργεια πήγε να μάθει τι γίνεται.

Η Κολλιοπίτσα μας ήτανε γνωστή στο χωριό με το καλλι­τεχνικό παρατσούκλι του ά­ντρα της -τον έλεγαν Ματζιώρα- επειδή ήταν μουσικός και ήξερε και μουσική. Η Ματζιώρω όξω από το Παρθεναγωγείο βρίσκει τον Πάντο Δόση που ασχολιούνταν με την καθαριότη­τα .
-               Ω Πάντο τί γένεται εκεί σιακάτω;
-               Τι σε μέλλει;
-               Αμ  πως δεν με μέλλει . Να μην ξέρω τι γένετε;
Ο Πάντος την κοιτάζει πατόκορφα και της ξαναλέει.
-               Πίττα που δεν τρώς τι σε μέλλει κι αν καεί;
-         Εγώ σε ρωτώ και συ μου λες άλλαλα - μπάλαλα. Πες μου πως δεν ξέρεις να πάω να ρωτήσω άλλον. Τι μου άρχισες το κατηχητικό και την Σολωμονική;
-              Τον κακό σου τον καιρό, νεύριασε ο Παντελής. Αεί πα­ρατάμε μη σου φέρω την σκού­πα κατακέφαλα. Αεί  Τιτ.

Η Καλλιόπη πάει λίγο παρα­κάτω βάζει τα χέρια στην μέση και φωνάζει:
-              Ξέρω γω γιατί τα βάζεις μα­ζί μου. Φαίνεται ότι χθες το βράδυ η γυναίκα σου δεν σου έ­κανε τα χατήρια.
Γέλασε ο Πάντος, πήρε θάρ­ρος η Ματζιόρω και συνέχισε:
-           Μω  Πάντο, αλήθεια για πες μου: Εσύ ήθελες και εκείνη δεν σου τόδωκε, ή εκείνη ήθελε και σένα δεν σου έκανε κούκου;
-               Ασε τις μπαχαλότες, έλα βάστα το σακκί και θα σου πω.
Η Ματζιώρω πάει κοντά και ο Παντελής της λέει:
-         Έρχεται ο Έπαρχος...
-               Μόνος του ή με κομπανία ;
-               Για δες που θέλεις και τη σάλτσα. Με κουμπανία. Έρχε­ται με τη Γραμματέα του.
-         Ποιά; Εκείνη την φοράδα που είχε την φούστα μια πιθαμή πάνω από το γόνατο και κάθε­ται με το ένα πόδι πάνω στο άλ­λο;
-             Ναι - ναι αυτή, είπε ο Πά­ντος και συνέχισε αναστενάζο­ντας. Αχ - αχ. Αυτή που έχει ένα πρόσωπο σαν τον ήλιο. Έχει έ­να βυζί στητό σαν το μπαλκόνι του Σκορδούλα. Έχει κάτι κο­λομέρια σαν μισοφέγγαρα. Αν θα πεις και για το «αποκάτω» της πω! πω ! πω!
-               Ουί-Ουί-ουί  λέλε μου είπε η Μαντζιώρω. Σου γιάλισε και σένα Πάντο, σου γιάλισε;
-               Εμ εγώ δεν είμαι άντρας; Τι τόχουμε το εργαλείο, για μό­στρα;
-               Για τήρα ο Πάντος και δεν του φαίνεται.
-               Καλλιόπη, φαίνεται ξεφαίνεται άμα ... θα αρατιστείς.
-              Καλά Πά ντο, καλά, τσόπα! Τώρα φεύγω και πάω στις Μέντζες να πω τα Χαμπέρια, είπε η Ματζιώρω.

Οι Μέντζες ήτανε δύο αδερ­φές, η Δέσπω και η Ουρανία (δασκάλα), που η φύση τις είχε προικίσει με ιδιαίτερα χαρί­σματα. Αυτό όμως δεν τις εμπό­διζε καθόλου να συμμετέχουν σε όλες τις κοινωνικές εκδηλώ­σεις του χωριού και με πολύ ε­πιτυχία. Εκείνη την ώρα είχανε επισκέψεις. Είχαν έρθει η Βγένω με την Ουρανία από το Ραδιό.
-         Έβαλαν τραπέζια και καρέ­κλες, είπε η Βγένω.
-         Έβαλαν και μπουκέτα με μανούσια, είπε η Ουρανία.
-          Τα μανούσια τους έλειπαν! και γιατί τάβαλαν; Ρώτησε η Δέσπω.
-          Θα σας πω ε­γώ, είπε η Μα­τζιώρω που εκεί­νη την στιγμή μπήκε μέσα στο σπίτι. Έρχεται ο Έπαρχος με την κουμπανία του τρία αυτοκίνητα γιομάτα.
-          Και με τι εί­ναι φορτωμένα τα αυτοκίνητα;
-        Με αμμοχάλικο; ρώτησε η Βγένω που χάζευε κοι­τώντας όξω από το παράθυρο. Για δετέ κόσμε! Για τι κουβεντιάζουμε τόση ώρα;
-           Ντίπι ντάι ντόι είσαι; είπε η Ματζιώρω.
-           Και γιατί θαρθούνε; ρώτησε η Δασκάλα.
-           Α! Αυτό δεν το ξέρω, θα πάω να μάθω και θάρθω να σας πω.
-            Όχι, είπε η Δέσπω, θα πάμε μαζί γιατί εσύ βόδι θα πας και ζώον θα γυρίσεις.
-            Τση μα τση μι, της απάντησε η Ματζιώρω ενοχλημένη.
-            Μην μας σκίζετε το κεφάλι, φευγάτε και οι δυο, είπε η Ου­ρανία.
-            Πιαστείτε και αλαμπρατσέτα να μην ζμποδιθείτε, είπε η δασκάλα.

Η Δέσπω με την Καλλιόπη ξεκινούν για τον πλάτανο για να μάθουν τα πως και τα γιατί για τον Έπαρχο. Μπροστά στου Τζόβα βρίσκουν τον Νίκο Λογοθέτη που κρατούσε και το ντέφι.
-             Μω Νίκο - Νίκο φώναζε η Δέσπω.
-             Δεν ντρέπεσαι; Τι είναι αυ­τά που λες ; είπε η Καλλιόπη. Μουνίκο άκου μουνίκο        --             Ματζιώρω βγάλε το σκασμό μην σου αστράψω κάνα φούσκο και δεις τον ουρανό σφοντύλι και τα άστρα μακαρόνια.
-             Λέγε Δέσπω, είπε ο Νίκος σκασμένος στα γέλια .
-             Γιατί έρχεται ο έπαρχος;
-         Τον κάλεσε ο Πρόεδρος της Κοινότητας για να συζητήσου­με για μια λούτσα στο Ντουμ ντουμ.
-              Και πού θα κάτσουν να τα πουν;
-              Στραβωμάρα έχεις; Στα τραπέζια είπε η Ματζιώρω.
-              Και το ντέφι γιατί τόφερες;
-              Για παραδοσιακή μουσική, θα κάτσω απέναντι από την Γραμματέα του που τραγουδάει ωραία.
-         Όλα της ωραία είναι, είπε η Καλλιόπη, και τα πάνω της και τα κάτω της και τα μπροστινά της και τα πισινά της .
-           Ναι τη Ρουφιάνα! Και όταν κάθεται στην καρέκλα τα πόδια της σχηματίζουν αμβλεία γω­νία.
-            Αυτό δεν το κατάλαβα, είπε η Ματζιώρω.
-            Πήγαινε στους Δασκάλους τον κ. Χρήστο και την κυρία Χάιδω Κόντη να σου το εξηγή­σουν είπε η Δέσπω.).
-        Μην πας και θα σου πω εγώ που πήγα, για μισό φεγγάρι στο σχολαρχείο, είπε ο Νίκος. Όταν κάθεται στην καρέ­κλα, το ένα ποδάρι κοιτάζει το Πάπιγγο και το άλλο αγναντεύει την Νεμέρτσικα.
-             Μπα! και φαίνεται και η Χαράδρα του Βίκου; είπε η Ματζιώρω απορημένη.
-             Φαίνεται φαίνεται, είπε ο Νίκος Λογοθέτης.
-             Και πώς είναι: Γκόλια σαν το κεφάλι του Πλάτωνα του Τσούλου ή έχει περμανάντ;
-             Δεν ξέρω αν έχει μπούκλες ή περμανάντ. Πάντως κάτι θάχει, κάτι σαν τα γένεια του πα­πά Κασιόλα.
-       Μπα τόδες κιόλα; ρώτησε η Δέσπω, τόδες; Αστραπή να σε βαρέσει. Είδες το καφοκούτι της γκαμπλιαρομούνας μωρ’ Νίκο, είπε η Ματζιώρω.
-         Ουι λέλε μου . Σκούψτε κότες! Τούτος τόχασε ντίπι για ντιπ. Είπε η Δέσπω.
-         Μπορείς α­κόμα μωρ Νίκο; ρώτησε η Καλ­λιόπη που τις ά­ρεσαν τα τσιά- τσιαβα.
-       Ε! όλο και κάτι γίνεται! Δεν είναι όπως στα νιάτα μας, ντουμπίτσι, αλλά α­κόμα είναι στεκούμενος.
-          Και του γέ­ρου τα παιχνίδια σαν νερόβραστα κρομμύδια, εί­πε η Δέσπω.
-         Σ' αυτό έχεις δίκιο, αλλά δεν φταίμε εμείς. Εδώ φταίει ο θεός. Έκανε μεγάλη αδικία, εί­πε ο Νίκος.
-          Τι αδικία; ρώτησε η Δέσπω.
-        Να! Μας έδωσε δέκα δάχτυ­λα και μια τσιούρα. Έπρεπε να μας δώσει οκτώ δάχτυλα και δυο τσιούρες, μια για τα νιάτα μας και μια για τα γεράματα μας .
-           Πήγαινε να σε δει γιατρός. Χρειάζεσαι επειγόντως κρανιο­εξέταση, είπε η Δέσπω.
-           Νίκο σταμάτα, γιατί από τα γέλια με πόνεσαν τα τσιαγούλια μου. Είμαι καί χτυπημένη και πονώ είπε η Καλλιόπη.
-           Αλήθεια πώς χτύπησες; ρώ­τησε ο Νίκος.
-       Τι έπαθα η μαύρη, τι έπαθα! Είχα πάει στα πηγάδια για λίγο ζαερέ. Έκοψα δύο δεμάτια, φόρτωσα τη γομάρα, καβαλίκεψα και γω στα μεσοσάμαρα και γύριζα στο σπίτι μου. Λίγο πιο κάτω από τον πλάτανο του Νί­κου Ντάμπα μας πετυχαίνει το γομάρι της Κωστούλας του Κό­ντη ο Λούλης. Είχε ξεριζώσει το σκραπί πούταν δεμένο και το σβάριζε μαζί με τις τριχιές, Είδε την γομάρα και αφήνιασε. Του μύρισε. Ήθελε τσιαμπλό. Και ρίχτηκε πάνω της. Η γομά­ρα όμως δεν ήθελε και κλώτσα απο δω κοντορίξου από κει με γκρέμισε από το σαμάρι και έ­πεσα στο σιάδι. Ακόμα με πο­νάνε τα λαγγόνια μου.
-            Και μετά τι έγινε; ρώτησε ο Νίκος.
-         Τι να γίνει! Ο Λούλης δά­γκασε την γομάρα στο λαιμό, τη στρίμωξε στην πόρτα του Σω­κράτη Νταβατζή και την τσατσάρωσε.
-            Βοήθειά της και όλη δίκιά της, είπε ο Νίκος.

Η Καλλιόπη συνέχισε:
-        Ευτυχώς για καλή μου τύχη πέρα σαν δύο φαντάροι, με σήκωσαν, μούφεραν τη γομάρα και πήγα σπίτι. Την άλλη μέρα πήγα στου Γκάτζη στο διοικη­τήριο για να ευχαριστήσω τον Διοικητή του Λόχου.
-             Καλώς την κυρά Καλλιόπη, μου λέει ο Κώτσιος ο μάγειρας ένα κοντοπίθαρο από την Κα­λαμάτα. Τι θέλεις;
-             θέλω τον μεγάλο, τού ’πα.
-             Και μεις μεγάλο το έχουμε μού ’πε.
-             θέλω εκείνον με τα τρία, τού ’πα.
-             Και μεις τρία έχουμε, μού ’πε η πινέζα.
-             Εκείνος τα έχει εδώ, του εί­πα και τού ’δειξα τους ώμους μου.
-             Και μεις τα έχουμε εδώ, μου λέει ο πιθαμιάρης και μού ’δειξε τα σκέλη του.
-            Αυτά να τα κόψεις να τα βά­λεις στην ψησταριά με αλατοπί­περο να τα φας εσύ και να ταΐσεις και τους υπόλοιπους. Σκουντζούλι ε Σκουντζούλι, τού ’πα.

Από τα γέλια η Δέσπω του Μέντζου και ο Νίκος Λογοθέ­της δεν κατάλαβαν πότε ήρθε ο Έπαρχος με το επιτελείο, ούτε και άκουσαν τι είπανε.
-            Ούϊ  λέλε μου τι έπαθα, είπε η Δέσπω. Τι θα πω τώρα στις άλλες που περιμένουν τα χα­μπέρια;
-            Μην στενοχωριέσαι, λέει η Ματζιώρω, εγώ θα το τακτο­ποιήσω το ζήτημα. Και μια και δυο πάει σιακάτω και βρίσκει τον Πάνο Γκατζιάστρα και πεντέξι άλλους.
-               Ω Πάνο, τι σας είπε ο Έπαρχος;
-               Μας είπε ότι θα μας κάνει λούτσα στο Ντουμ - Ντουμ, για να ποτίσουμε τα ζώα μας.
-               Αλλο τίποτε;
-               Τίποτε άλλο, της είπανε ό­λοι τους.
Η Ματζιώρω κούνησε το κε­φάλι της και πριν να φύγει γυ­ρίζει και τους λέει:
-               Και πέρυσι σας έταξε πως θα σας κάνει λούτσα και μόλις ξεκουμπίστηκε σας έγραψε στην ...τσα
-               Γεια στο στόμα σου Μα­τζιώρω. Γεια στο στόμα σου, πες τα γιατί τούτοι οι ντιβικελήδες τον πίστεψαν. Είπε ο Πά­νο Γκατζιάστρας και όλοι συμ­φώνησαν μαζί του.
-              Η Ματζιώρω ανηφόρησε, α­ντάμωσε τη Δέσπω και κίνησαν για το σπίτι να πούνε τα νέα.
 Στο δρόμο ρωτά η Δέσπω την Καλλιόπη:
-               Δεν μούπες, τί είπε ο έπαρ­χος; Τι σου είπανε οι άνθρω­ποι;
-               Και η Μαντζιώρω απάντησε ατάραχα:
-               Πόρδος και μπουμ και κλιούφ και ρούφ ΜΗΔΕΝ ΕΙΣ ΤΟ ΠΗΛΙΚΟΝ.
          


Κείμενο : Λογοθέτης Γεώργιος του Νικολάου και της Ουρανίας (Πίφας)

Πηγή: Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα "Η ΒΗΣΣΑΝΗ"


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.