Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2016

Ο φούρος...


Τον παληό καιρό ολα τά σπίτια στό χωριό μας είχαν τ’ αρχοντικά τους τζάκια καί τά μιντέρια τους στρωμένα με τα μάλλινα κιλίμια. Είχαν τ' αμπάρια τους γεμάτα με το στάρι της  χρονιάς και τα χιλιάρικα βαένια μέ τ’ αμπελιού τους το κρασί. Στις μπίμτσες τά μπουντένια ήταν γεμάτα με τυριά καί βούτυρα κ’ οί  θεμονιές τά ξύλα ώς απάνω δυό καί τρεις παρτίδες.

Μέσ’ στό μαϊριό ήταν διπλοί οί φούροι. Ένας μεγάλος για ψωμιά κι' ένας μικρός για τά μπουρέκια καί τές λαχανόπιτες...
Εμάς τούς Ήπειρώτες αυτά τά τζάκια μάς πρωτοζεστάνανε καί μάς καί τά κατσικάκια μας. Εκεί στά μηντέρια τού μαϊριού άκούσαμε τά παραμύθια μέ τές γκουγκουβάσες καί τούς γκουγκούερους, κ’ οί παιδικές μας αναμνήσεις ξεκινούνε άπό κεί...
Ποιός τάχα δεν θυμάται τού χωριού τές κολιαντίνες τά πετσηνάρια, τές λαλαγκήτες καί τά μπόλια; Ακόμα τούς τσουρβάδες καί τά γιαχνιστά, τές πίττες, τά μπουρέκια;

Ό φούρος μάνα ψήθηκε, τράβηξε τό καπάκι
νά βγούν οί πήτες, τά ψητά, νά βγούν κι’ οι κολιαντήνες
’Ανασκουμπώθηκ' ή γρηά κι’ ελαμψ’ ή άνθρακοβολιά
σάν τού Θερτή τόν ήλιο

Περάσανε Χριστούγεννα πολλά
ταξειδεμένα τής ’Ηπείρου τά παιδιά
μεγάλοι στό χωριό ξαναβρεθήκαν.
Ένοσταλγήσαν τή ζωή τους τήν παληά 

Μά εχει πεθάνει ή μάνα μέ τά κάτασπρα μαλλιά
 Κι’ οί φούρνοι στό χωριό τους γκρεμιστήκαν...

Πηγή:Ο φούρνος. Σχεδίασμα - κείμενο Γεωργίου Δουρδούφη (Δελβινακιώτη)



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.