Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2018

Αώος...


Το κεφαλαίο Άλφα με τα σκέλη του φυτεμένα χωριστά, να ανταμώνουν στην κορφή σχηματίζοντας οξεία γωνία μεταξύ τους. Στη μέση της διαδρομής τους μια δρένια γρέντα ενώνει τα δυο μέρη, στηρίζοντας τα, μην τυχόν κι ο άνεμος που καλπάζει θυμωμένος απ’ το φαράγγι, τα γκρεμίσει. Αριστερά, ψηλά, μια ψιλή ξεχασμένη απ’ την εποχή του πολυτονικού, μισοφέγγαρη σελήνη, παραμυθιάζει το τοπίο...




Χαμηλότερα το Ω-μέγα με τα θυμωμένα νερά του καθώς κατρακυλούν από βράχους και σκέμπια στον ύπνο των βελανιδιών, με την περισπωμένη αϊτό μ’ ανοιγμένες τις φτερούγες να ισοζυγιάζεται στον ουρανό του, συντροφεύοντάς το στην πορεία του καθώς ποτίζει δέντρα και ξεδιψάει αγρίμια τους υπηκόους του...




Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2018

Κράνια απ΄ την πατρίδα!


O κλητήρας χτύπησε διακριτικά την πόρτα του γραφείου του κ. Διευθυντή. Ακούστηκε ένα εμπρός κι η πόρτα άνοιξε.
-Έλα Παναγιώτη, πες μου.
-Κύριε Διευθυντά, ήρθε ένα δέμα με κούριερ στο όνομά σας, ορίστε και το απόθεσε στο γραφείο.
-Ευχαριστώ Παναγιώτη, μπορείς να πηγαίνεις.

Περιεργάστηκε το δέμα και διαπίστωσε πως το όνομα του αποστολέα ήταν δυσανάγνω­στο εξ αιτίας ενός λεκέ που υπήρχε πάνω του. Ετοιμαζόταν να το ανοίξει, όταν ακούστη­κε πάλι να χτυπά η πόρτα άλ­λο ένα: 
- Εμπρός!
Η ιδιαιτέρα μπήκε φουριόζα και κεφάτη -καλομακιγιαρισμένη, καλοντυμένη, χαιρό­σουν να τη βλέπεις, και άφη­σε πάνω στο γραφείο ένα πάκο φακέλλους.
-Αυτά, προς υπογραφή, κύ­ριε Διευθυντά. Καφεδάκι ή­πιατε; συμπλήρωσε.
-Όχι, της απάντησε, αν έ­χεις την καλοσύνη έναν μέ­τριο σε μεγάλο φλυτζάνι.
-Ξέρω, ξέρω και με ένα σκέ­το κρουασσάν.
-Τί θα γινόμουνα χωρίς εσέ­να!

Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2016

Γη της Ηπείρου...



Χώμα σκληρό, 
άκαρπη γη 
πουρνάρια καί βαλανιδιές 
και κουτσουπιές την άνοιξη 
βουνά μου λευκοφόρετα 
πατρίδα μου σε λαγκαδιές χαμένη 
ακούω τα τραγούδια σου 
σ’ ενός κλαρίνου το λυγμό 
σ' ενός βιολιού το δάκρυ 
και μέσα μου ανασταίνονται 
προγονικοί καημοί.

Δρόμοι μακρυνοί 
σ’ όλα της γης τα μέρη 
σου παίρνουν τον ανθό
στα πετρωμένα πλάγια 
λιγοστό κι ’ όνειρο και ψωμί.

Μ ’ από βαθιά φαράγγια 
αμόλευτο, σιωπηλό 
πάχνη απαλή ανεβαίνει 
αρχαίο δωδωναίο πνεύμα 
κι ’ ανάσα γίνεται κι ’ αχός 
και θρέφει μιαν αγάπη 
γι ’ αυτό το χώμα το παληό 
κι ’ όρκο βαρύ στεριώνει 
τα νιάτα σου πατρίδα 
της ξενιτιάς το μόχθο 
στολίδι σου να κάνουν.

ΑΘΗΝΑ ΠΑΠΑΧΑΡΙΣΗ - ΠΑΛΛΗ*

*Από την ποιητική συλλογή «ΚΑΤΟΠΤΡΑ ΕΝΔΟΧΩΡΑΣ » (1994).


Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2016

Γρανάδα

Toυ Γιάννη Μακριδάκη

Στεκόμουν μπροστά στον διευθυντή και είχα ανοίξει τα μάτια μου διάπλατα. Δεν είχα πολλά πάρε δώσε με τράπεζες και δεν ήξερα τα χούγια τους. Ιδίως τα τελευταία, μετά από τα λεγόμενα κάπιταλ κοντρόλς και φοβόμουνα ότι είχε έρθει η ώρα μου να τα μάθω κι εγώ από πρώτο χέρι και να πνιγώ αβοήθητος στα βουρκιασμένα τους ύδατα. Φάνηκε όμως απρόσμενα τότε ο Ναύαρχος και με έσωσε. Μου έριξε ένα σωσίβιο και πιάστηκα με τη μία, δίχως πολλές – πολλές ερωτήσεις και ανασκαλέματα, μη τυχόν και χαλάσει το πράμα.

Είχα πάει πρωί πρωί στην τράπεζα για να διεκπεραιώσω μία απλή, όπως νόμιζα στην αρχή υπόθεση, αλλά στην πορεία της με είχανε ζώσει τα φίδια, κρατούσα μικρό καλάθι για την επιθυμητή έκβασή της και προετοιμαζόμουνα αποβραδίς ψυχικά για το αδιέξοδο που ίσως θα ανέτελλε το πρωί εξαιτίας της. Διότι μ’ έβαλαν σε υποψίες κάποιοι φίλοι, που ήτανε γνώστες καλοί των καπιταλιστικών συνηθειών της εποχής μας. Μου είχανε κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου. Δεν μπορείς να κάνεις αλλαγές δικαιούχων, ούτε να κλείσεις τραπεζικό λογαριασμό, ούτε να ανοίξεις καινούριο αν δεν είναι τακτικής μισθοδοσίας, αυτοί είναι περιορισμοί που ισχύουν από τα κάπιταλ κοντρόλς ρε άσχετε, πού ζεις ρε παιδάκι μου εσύ τόσα χρόνια. Έτσι μου είχανε πει και ήμουνα αγχωμένος. Λόγω που το προηγούμενο ακριβώς απόγευμα, πληροφορήθηκα ότι χρειάζομαι επειγόντως έναν τραπεζικό λογαριασμό στον οποίον να είναι το όνομά μου πρώτο στη σειρά των δικαιούχων και συνειδητοποίησα τότε ότι αν και έχω διανύσει κοντά μισόν αιώνα ζωής, ο μοναδικός μου λογαριασμός δεν πληροί αυτή την ανούσια, όπως θα πίστευα  μέχρι χθες, προϋπόθεση.

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2016

Ο ευφυής και οι έξυπνοι...

Δεν ξέρω γιατί κάθε φορά που σκέπτομαι τον Εμμανουήλ Ροΐδη τον βλέπω σαν την πιο τραγική μορφή του νεότερου ελληνικού πολιτισμού.

Τραγικός ο Ροΐδης; Πιο τραγικός από τον Καρυωτάκη, τον Γιαννόπουλο, ή τον Χαλεπά;

Τολμώ να πω, ναι. Γιατί ενώ οι άλλοι βρήκαν καταφύγιο στην αυτοκτονία ή την τρέλα, αυτός επέμεινε. Μια ζωή αγωνίστηκε μόνος. Καταξεσκίστηκε πάνω στα ελληνικά αγκάθια. Όλο του το σκώμμα και η σάτιρα είναι πληγωμένη ευαισθησία. Ήταν φοβερή η μοίρα που του όρισε να ζήσει εξόριστος, αυτός ο πραγματικά έξυπνος, στη χώρα των “ξύπνιων”.

Ο Έλληνας θαυμάζει την εξυπνάδα. Λάθος! Πρόκειται για τραγική παρεξήγηση. Αυτό που ονομάζουμε εξυπνάδα δεν είναι η βαθιά, καθαρή ματιά, αλλά η επιπόλαιη ετοιμολογία. Την πραγματική εξυπνάδα ο Έλληνας ούτε καν την αναγνωρίζει... Και όχι μόνο αυτό! Όταν τη διαισθάνεται, την πολεμάει. Ο πραγματικά ευφυής σ' αυτή τη χώρα υφίσταται εξευτελισμούς, ταπεινώσεις, καταπιέζεται, βρίσκεται σε διωγμό. Η υποψία πως ο άλλος μπορεί να είναι εξυπνότερος, αρκεί για να κάνει τον κάθε Έλληνα εχθρό του.

Ο Ροΐδης ήταν σατιρικός — τον είπαν ευθυμογράφο. Ήταν στοχαστής — τον είπαν ευφυολόγο. Ήταν διδάσκαλος ύφους — τον είπαν δημοσιογράφο. Ήταν διδάσκαλος ήθους — τον απέλυσαν δύο φορές στα μαύρα γεράματα οι Δεληγιαννικοί επειδή ήταν Τρικουπικός (κι ας είχε κάνει έργο εθνικό στην Εθνική Βιβλιοθήκη). Κερδοσκόποι εξαφάνισαν την περιουσία του (οι έξυπνοι εμπιστεύονται, οι πονηροί φυλάγονται). Η Εκκλησία αφόρεσε το πρώτο βιβλίο του, από το οποίο πλούτισαν μόνον οι απατεώνες της εποχής, κυκλοφορώντας κλεψίτυπα.

Ο Ροΐδης παρουσίαζε στους Έλληνες τον Σολωμό, τον Μπωντλαίρ, τον Δοστογιέφσκυ— οι Έλληνες δοξολογούσαν τους Σούτσους, τον Ζαλοκώστα και τον Βασιλειάδη. Εκατό χρόνια μπροστά, στο γούστο, στη σκέψη, στην ευαισθησία, προσπαθούσε να επιβιώσει στην επαρχιακή Αθήνα του 1870. Δύσκολα. Η σκόνη και η λάσπη της μικρόψυχης πόλης κατάτρωγαν τη ζωή του.

Πέμπτη 25 Αυγούστου 2016

Δεινός είναι ο πειρασμός της καλοσύνης

Του Κωνσταντίνου Θεμελή

Σάν σήμερα, 14 Αὐγούστου 1956 πέθανε ὁ Μπέρτολτ Μπρέχτ, στήν ἠλικία τῶν 58 χρόνων.  Ἡ παράστασή μου πάνω στή ζωή, τό ἒργο του ἀλλά καί τόν ἂνθρωπο Μπέρτολτ Μπρέχτ ἒχει τίτλο :SCHRECKLICH IST DIE VERFÜHRUNG ZUR GÜTE-ΔΕΙΝΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΚΑΛΟΣΥΝΗΣ
Παραθέτω ἓνα ἀποσπασμα ἀπό τό ἀφηγηματικό νῆμα της:
“Ἡ παράσταση ἑστιάζει σέ δύο θέματα: Στίς σ υ γ κ ρ ο ύ σ ε ι ς ἐνώπιον τῶν ὁποίων θά βρεθεῖ ἓνας ἂνθρωπος πού σπρώχνεται -ἀπό συμπάθεια ἢ συμπόνια-, νά πράξει τό Καλό – συγκρούσεις πού ὁ Μπρέχτ ἐξερεύνησε σέ ὃλη τή δημιουργική καλλιτεχνική ζωή του -πρῶτον καί δεύτερον στίς ὓβρεις τίς πολιτικῆς του στάσης καί τή Νέμεση πού τόν πρόφτασε στήν “ὡριμότητά” του.