Toυ Γιάννη Μακριδάκη
Στεκόμουν μπροστά στον διευθυντή και είχα ανοίξει τα μάτια μου διάπλατα. Δεν είχα πολλά πάρε δώσε με τράπεζες και δεν ήξερα τα χούγια τους. Ιδίως τα τελευταία, μετά από τα λεγόμενα κάπιταλ κοντρόλς και φοβόμουνα ότι είχε έρθει η ώρα μου να τα μάθω κι εγώ από πρώτο χέρι και να πνιγώ αβοήθητος στα βουρκιασμένα τους ύδατα. Φάνηκε όμως απρόσμενα τότε ο Ναύαρχος και με έσωσε. Μου έριξε ένα σωσίβιο και πιάστηκα με τη μία, δίχως πολλές – πολλές ερωτήσεις και ανασκαλέματα, μη τυχόν και χαλάσει το πράμα.
Είχα πάει πρωί πρωί στην τράπεζα για να διεκπεραιώσω μία απλή, όπως νόμιζα στην αρχή υπόθεση, αλλά στην πορεία της με είχανε ζώσει τα φίδια, κρατούσα μικρό καλάθι για την επιθυμητή έκβασή της και προετοιμαζόμουνα αποβραδίς ψυχικά για το αδιέξοδο που ίσως θα ανέτελλε το πρωί εξαιτίας της. Διότι μ’ έβαλαν σε υποψίες κάποιοι φίλοι, που ήτανε γνώστες καλοί των καπιταλιστικών συνηθειών της εποχής μας. Μου είχανε κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου. Δεν μπορείς να κάνεις αλλαγές δικαιούχων, ούτε να κλείσεις τραπεζικό λογαριασμό, ούτε να ανοίξεις καινούριο αν δεν είναι τακτικής μισθοδοσίας, αυτοί είναι περιορισμοί που ισχύουν από τα κάπιταλ κοντρόλς ρε άσχετε, πού ζεις ρε παιδάκι μου εσύ τόσα χρόνια. Έτσι μου είχανε πει και ήμουνα αγχωμένος. Λόγω που το προηγούμενο ακριβώς απόγευμα, πληροφορήθηκα ότι χρειάζομαι επειγόντως έναν τραπεζικό λογαριασμό στον οποίον να είναι το όνομά μου πρώτο στη σειρά των δικαιούχων και συνειδητοποίησα τότε ότι αν και έχω διανύσει κοντά μισόν αιώνα ζωής, ο μοναδικός μου λογαριασμός δεν πληροί αυτή την ανούσια, όπως θα πίστευα μέχρι χθες, προϋπόθεση.



