Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

Ο μύλος του Γορμού και το κεφάλι της Γκλάβας…


Φωτογραφία του 1898 με Βησσανιώτες να ψαρεύουν στο Μύλο του Γορμού
(Πατήστε στην εικόνα για μεγέθυνση)

Στη Βήσσανη [...Γιά το άλεσμα των σιτηρών υπήρχαν δυο κοινοτικοί νερόμυλοι, ο ένας στο Ποτάμι—ο κυριώτερος—καί ο άλλος στή Γκλάβα. 'Όταν  δέ για διαφόρους λόγους δεν έπαρκούσαν αυτοί, τότε κατέφευγαν και στο μύλο του Λαχανοκάστρου. Στον πρώτο πολλές φορές συγκεντρώνοντο πολλά αλέσματα καί κατ’ ανάγκην οι ενδιαφερόμενοι διανυκτέρευαν εκεί ακολουθώντας τη σειρά τους. Πλάϊ άπο τον μύλο αυτόν βρίσκονταν ή Νεροτρουβιά και γύρω αρκετή έκτασις πού καλλιεργούσε ποτιστικά ό μυλωνάς...]

Σπύρος Στούπης-"ΠΩΓΩΝΗΣΙΑΚΑ ΚΑΙ ΒΗΣΣΑΝΙΩΤΙΚΑ"-1972

***
Το κεφάλι της Γκλάβας ευρίσκεται στην Λαμπάνιτσα κοντά στην παλιά στρούγκα Φραστανών, είναι δε ίσια με δυό αλώνια και το βάθος περίπου 40 μέτρα κατά ομολογία τσομπαναραίων…
Το κεφάλι αυτό είναι οι πηγές του ποταμού Γορμού, που ενώνεται με τον Θύαμι ή Καλαμά στον κάμπο της Βελλάς και χύνονται στο Ιόνιο πέλαγος.

Περίπου 500 μέτρα παρακάτω ήταν ο μύλος του χωριού μας με 10 στρέμματα  γής. Παρακάτω ήταν ο μύλος Φραστανών μετά του Λαχανακάστρου, απέναντι του Αβδελιάρη, της Ρουψιάς ο Παληόμυλος στον Ξερόλακκο καταλήγοντας στο μύλο του Γορμού. Τον δικό μας δηλαδή, ο οποίος δεν σταματούσε όλο το χρόνο ενώ οι άλλοι εκόβονταν γιατί εστέρευε η γκλάβα το καλοκαίρι ...Όλοι τώρα αυτοί οι μύλοι κατέρευσαν, θύματα και αυτοί της γενικότερης εγκατάλειψης και των συγχρόνων κυλινδρομύλων... 

Αρχίζοντας από το δικό μας μύλο της Γκλάβας, όπου ήταν ένα πελώριο κτήριο χωρισμένο στη μέση, με δύο μύλους και το άλλο με νεροτρουβιές και μαντάνια. Ήταν προσηλιακός, όπου οι χωριανοί μας άπλωναν τις βελέντζες για στέγνωμα, αυτός ο μύλος εγνώρισε πολύ νταλαβέρι, γιατί άλλεθαν εκεί όλα τα Ριζά με τους περίφημους μυλωνάδες από την Βελτσίστα και νυν Κληματιά, τελευταίος ήταν στο απόγειο της δόξας του ο καημένος ο Νάσιο Γκέλης ή μυλωθρός όπως τον έγραφε ο μακαρίτης ο Μπάμπας στα πρακτικά της Κοινότητας για να πληρώσει το νοίκι .

Οι παληοί Βησσανιώτες είχαν κτίσει το κεφάλι με ισχυρό πέτρινο τοίχο και με δύο τρύπες ο οποίος σώζεται μέχρι σήμερα. Για να χύνεται το περίσσευμα του νερού στο ποτάμι και το άλλο το διοχέτευαν με ισχυρό πέτρινο αύλακα μέχρι το μύλο. Με άλλο αυλάκι διοχέτευαν το νερό στο μύλο η Κάτω Μερόπη, 500 μέτρα παρακάτω του δικού μας, ήταν οι μύλοι αυτοί γραφικώτατοι, αφού χαιρόμασταν εμείς παιδιά να πάμε. Με γεφύρι πολύ στερεό, επειδή ο μύλος ήταν απέναντι. Το γεφύρι όμως αυτό ήταν ξύλινο. Γιαυτό οι χωριανοί κάθε 15 - 20 χρόνια που χαλούσε πλήρωναν και το ξαναφτιάχνανε.

Το 1942 που ήταν το αντάρτικο απεφάσισαν να ξαναφκιάσουν το γεφυρι καινούργιο...
Έβαλαν λοιπόν σαρτζήδες [Σημ. δική μου: μάλλον εννοεί εργάτες που χειρίζονταν την σιάρα-εύκαμπτο μακρύ πριόνι που χρειαζόταν δύο στον χειρισμό του] στον 1ον τον Αη Γιάννη και έβγαλαν τις γρέντες, υποχρεώνοντας όλους τους κατοίκους, νέους και γέρους, να τις μεταφέρουν 2 ώρες μακρυά. Με τις γρέντες όμως σβαρίζοντας γίνονταν 5 ώρες δρόμος…
Οι ματσαράγκες τα στελέχη του ΕΑΜ όλοι δάσκαλοι, δεν ήρθαν να βοηθήσουν καθόλου, μόνο διαταγές έδιναν. Εγώ με τρεις άλλους, τον Πήλιο Γκότση εν ζωή, τα Μίχο  Στέφο και τον Βαγγέλη Μπούμπα μακαρίτηδες, επήραμε μια γρέντα 8 - 10 μέτρα μάκρος και πάχος 40 πόντους τετράγωνη με 4 σύρματα καρφωμένα για να τη σέρνωμε. Επεθαίναμε ώσπου να την πάμε στα μύλο χωρίς παπούτσια ξυπόλυτοι με το κουρκούτι μόνο. Ενώ αυτοί, τα στελέχη, ήταν παπουτσωμένοι, καλοντυμένοι και καλαφαγωμένοι…Σπουδαίες ισότητες διεκήρυτταν οι αθεόφοβοι...

Εκινήσαμε τα πρωί από τον Αη Γιάννη ζβαρίζοντας τη γρέντα οι 4 τον κατήφορο, Σκαμνιές, Δοκίμια, Λαμπάνιτσα, καβαλαρώνοντας σκαρπιά, λάκκους και μη χειρότερα Θεέ μου…
Κατά αραιά διαστήματα καθόμασταν για να ξεκουραστούμε. Και τότε ο Μίχο Στέφος είπε την ιστορική κουβέντα που δεν θα την ξεχάσω ποτέ:
«Τί είναι αυτό που έπαθα εγώ, αυτό δεν τόπαθα με τους Τούρκους και να το πάθω από τους δικούς μας, γέρος άνθρωπος, και αεί από δασκάλου;».
Εμείς όταν το ακούσαμε ξεκαρδιστήκαμε απ’ τα γέλια, τόση εντύπωση μας έκανε αυτός ο λόγος...
Αυτά προς το παρόν. 

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΑΡΜΠΥΡΟΣ-εφημερίδα "Η ΒΗΣΣΑΝΗ"-Φ14-1990

***

Χρόνια τώρα  διατηρείται στο χωριό μας ακόμη η παράδοση των εκδρομών στο Γορμό συνήθως μετά τις ημέρες του Πανηγυριού τον 15Αύγουστο...Κατηφορίζοντας εκεί λίγο μετά τον Αη Θανάση...Ψαράκια και νοστιμότατες καραβίδες να καταναλώνονται επι τόπου...Και μερικές βουτιές για τους τολμηρούς στις πιο βαθιές "οβίρες"...

Ο Γορμός ενέπνευε και τον αείμνηστο συγχωριανό μας Γ. Ναστόπουλο να γράψει το ωραίο ποίημα που ακολουθεί:

ΓΟΡΜΟΣ

Στο Πλάι, στα Καρβατσαριό
και στα Κλωθογυρίσματα
που πρασινίζει η ζελενιά
κι ανθίζουν οι ασφάκες,

οι πέρδικες γλυκολαλούν
και λούζονται στον ήλιο
τον έρωτά τους διαλαλούν
και χαίρονται οι διαβάτες.

Τα πλατανάκια του Γορμού
λυγίζουν τα κλαριά τους
να δροσιστούν, να γυαλιστούν,
να ιδούνε τη θωριά τους.

Στη ρήγανη παντρεύονται
αιθέριες πεταλούδες
και δυο ψαράδες γεύονται
μια τηγανιά πλακούδες.

Οι βρύσες στη χαλικαριά
χαϊδεύουν τα καρδάματα
ιτιές σκορπάνε τους ανθούς
μεσ' των νερών τα νάματα.

Και ο Γορμός αγέρωχος
κυλάει τα νερά του
στο χρόνο αναλλοίωτος
ζει με τα όνειρά του…

Γιάννενα Απρίλης του 1983
[http://lianolithara.blogspot.gr/2014/10/blog-post_85.html]


***

Η ίδια φωτογραφία με εκείνη στην κορυφή του κειμένου και το πίσω μέρος της όπου υπάρχει και μαρτυρία για τα εικονειζόμενα πρόσωπα...



ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ-ΨΗΦΙΚΗ ΕΠΕΞΡΓΑΣΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ Χ.Κ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.