Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

Ο Μπάρμπα Γεώργης Μέντζος o Καφετζής...


Toυ Παντελή Αρμπυρου

Σήμερα θα σας διηγηθώ για έναν άλλο χωριανό μας εξ’ ίσου σημαντικό, ο οποίος επέρασε από το Βησσανιώτικο στερέωμα και έλαμψε σαν άλλος διάττοντας αστέρας. Αυτός ήταν ο Μπαρμπαγεώργης ο Μέντζος. 

Εγώ τότε πρέπει να ήμουν 5-6-7 ετών και τον ενθυμούμαι που έκανε τον καφετζή στο κεντρικό καφενείο της κοινότητας με τον πλάτανο που τότε ήταν διώροφο. Τότε επάνω πήγαιναν οι νέοι με τα μπαστούνια, όπως συνηθίζονταν τότε και κάτω οι γερόντοι. Έξω δε στην ταμπέλα έγραφε ΚΑΦΕΝΕΙΟ “Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ”

'Ανδρας ψηλός και ωραίος ο μακαρίτης. Το σπίτι του ήταν δίπλα στο δικό μας, διώροφο με μπαλκόνια και στέρνα από μισό με τον αδελφό του τον Γιάννη τον Μέντζο που είχε παιδί τον Γ. Μέντζο, Πρόεδρο των Αρτοποιών Ελλάδος, δοξάζοντας τη Βήσσανη ή στο φούρνο του που είχε στο Ταχυδρομείο και έτρωγαν τόσα Βησσανιωτάκια ψωμί... Είχαν και καλό αμπέλι στο μεσαίο Αγιάννη με κίσμα που έβγαζε πολλά σταφύλια. Εγέμιζαν τα βαένια κρασί που είχαν στις Μπίμτσες στα κατώγια και ρακί, και τα ξόδευε ο Μπαρμπαγεώργης όλα στο καφενείο. Εκεί διατηρούσαν τα τυργιά, τα τουρσιά, τα γλυκά και τα κρέατα γιατί ήταν σαν ψυγείο. Γυναίκα του είχε τη Νούνα όπως τη λέγαμε όλοι γιατί μας εβάπτιζε όλους, την Κωστάντω του Γκοντέ, όπως έλεγαν τότε τους Κόντηδες, αδελφή του Αχιλλέα Κόντη και επειδή δεν έκαναν παιδιά, υιοθέτησαν την Όλγα, κόρη του Αχιλλέα Κόντη του αδελφού της. Πολύ καλός κόσμος.

Επέρναμε και εμείς νερό ως το πάτο, ο δε Μπαρμπαγεώργης ήταν ο καλύτερος καφετζής και άνθρωπος που επέρασε ποτς από το καφενείο της Κοινότητος. Τον υπεραγαπούσαν όλοι οι χωριανοί. Ήταν πολύ αγαπητός άνθρωπος, δεν εμάλωνε με κανέναν. Ανεξίκακος, εφέρονταν στους χωριανούς όλο με το γέλιο και καλοσύνη. Πολλές φορές τους έλεγε να κεράω εγώ τώρα - τότε η ρακί ήταν ξεροσφύρι, χωρίς μεζέ με 50 λεφτά - έφκιανε και ρεβενιά σε μεγάλα τεψιά, εχόρτεναν ο κόσμος ρεβενιά ή γλυκό καρύδι. 
Εγέμιζαν ένα καζάνι στη πόρτα με πράσινα καρύδια και τα άφηναν στο νερό 40 μέρες και μετά τόφκιαναν γλυκό. Τι νά 'τρωγες! Απόλαυση!!! Ή γλυκό γράβλο, δαμάσκηνο, κυδώνι, κεράσι, εχόρταιναν οι άνδρες γλυκά και ρεβενιά... 

Γεώργιος και Κωστάντω Μένζου
Όλοι οι άνδρες εκεί επήγαιναν, κάθε μέρα γεμάτο το καφενείο. Όταν έφερνε άδειο το ταψί από το ρεβενί στο σπίτι, με φώναζε να μαζέψω τα τρίμματα επειδή με λυπόνταν που ήμουν ορφανός. Μου άφηνε και κανένα κομμάτι ρεβενί και μ' έκανε γούστο. Μια φορά καθόμουν σταυροπόδι στο σουφά έξω από το σπίτι στην πόρτα και τα δάκτυλα ήταν έξω από τα τσαρούχια. Τότε, αυτός στάθηκε μπροστά μου και μου λέγει “να 20 δρχ. να τα σολιάσεις”, όπερ και εγένετο!!! Τέτοιος χρυσός άνθρωπος ήταν ο Μπαρμπαγεώργης και λαμπρός νοικοκύρης. Τον αγαπούσαν όλοι, δεύτερος Μπαμπανικόδημος, αιωνία του η μνήμη. Δεν ερώτησα όμως ποτέ να μάθω εάν είχαν συγγένεια με τους απέναντι Μεντζαίους, φαντάζομαι όμως ότι κάτι θα ήταν γιατί η Χαρίκλω του Μέντζου έρχονταν με την Αθηνά στην Ανδρομάχη και την Όλγα επίσκεψη.

Κάποτε κρύφτηκε από βραδύς στο καφενείο του ο Πρίσκας, όπως λέγαμε παιδιά το Κ. Βράγκαλη - πολύ ζωηρό παιδί - για να φάγει ο άχαρος κανένα λουκούμι. Που να τρώγαμε εμείς τότε λουκούμια, γι' αυτό του μαύρισε το μάτι του καημένου και κλείστηκε μέσα. Το πρωί που άνοιξε ο Μπαρμπαγεώργης τον ήβρε μέσα τσιλιμένον από τα γλυκά που έτρωγε όλη τη νύχτα και δεν του είπε τίποτα. Φανταστείτε τι καλή ψυχή είχε αυτός ο άνθρωπος, ενώ εάν ήταν κανένας άλλος κακός θα τον μπετούσε στο ξύλο. Η Νούνα έπειτα, όπως λέγαμε τη γυναίκα του, είχε 2-3 αργαλειούς και μάθαινε τις κοπέλες του μαχαλά αργαλειό. Το τι εγένονταν εκεί κάθε μέρα, σωστό εργοτάξιον. Επήγαινα κι εγώ εκεί και τις έκανα γούστο που τις καθοδηγούσε η Νούνα τις κοπέλες να μάθουν αργαλειό. Ωραίες εποχές, ωραίος κόσμος...

ΜΕ ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΠΑΝ.ΜΠΟΥΣΙΑΣ [ΝΤΟΥΠΕΣ] Η ΟΛΓΑ ΜΕΝΤΖΟΥ Η ΚΑΛΛΙΡΟΗ ΤΟΥ ΤΣΕΠΗ ΙΣΩΣ Η ΤΕΣΣΑ ΜΕ ΤΗ ΜΑΝΟΥΕΛΑ ΚΑΙ Η ΤΣΙΑΝΤΑ ΤΣΕΠΗ
[Πηγή φωτο:
https://www.facebook.com/photo.php?fbid=10154454755916110&set=oa.338422882915571&type=3&theater]

Η Όλγα με την Ανδρομάχη που αλωνίζαμε αντάμα στον Απόστολο που είχαμε τις καλύβες, εβάναμε τη γομάρα και τη γελάδα στο αλώνι τις κάναμε, και στα χωράφια τις δίναμε και τη γομάρα για ξύλα. Μας έδιναν κι εμάς ρούχα απ’ την Αμερική που τις έστελνε η αδελφή της η Ουρανία Δέρβου. Εκείνη σχεδόν τις συντηρούσε στέλνοντας τα δολλάρια τακτικά, αλλιώς πώς θα ζούσαν;
Ο δε Μπαρμπαγεώργης ετελεύτησε εις βαθύτατον γήρας τιμώμενος και αγαπώμενος παρά πάντων των χωριανών του. Εγώ δεν θα τον ξεχάσω ποτέ...

Παντελής Αρμπυρος -Βήσσανη

Πηγή: Εφημερίδα " Η ΒΗΣΣΑΝΗ"-φ 47-1995


Επιμέλεια Χ.Κ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.