Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2020

Το Πωγώνι


Του Χριστόφορου Μηλιώνη

Λένε πώς όλα τα χέλια του κόσμου ξεκινούν από λίμνες και ποταμούς, διασχίζουν ωκεανούς διαβαίνουν στεριές και επιστρέφουν στη θάλασσα των Σαργασσών για να γεννήσουν και να πεθάνουν. Ή καινούρια γεννά θα κάνει αντίστροφα το δρόμο τής προηγούμενης υπακούοντας σ’ ένα ανεξήγητο αταβιστικό νόμο...

Έναν τέτοιο νόμο ακολουθούν κι’ οι Πωγωνήσιοι (κοινόν άλλωστε στους πιο πολλούς Ηπειρώτες) χρόνια και χρόνια τώρα πού άλλοτε έσερνε το ρεύμα για την Πόλη και τη Βλαχιά. και τώρα προς τα μεγάλα αστικά κέντρα τής Ελλάδος κι έξω απ’ αυτήν Αυστραλία Αμερική...

Δεν είναι λοιπόν καθόλου παράξενο να μιλώ για το Πωγώνι μακρυά απ’ αυτό...

Το Πωγώνι είναι πάντα και μονάχα ανάμνηση και νοσταλγία. Τα παιδικά μας χρόνια χαμένα μέσ’ τούς μεγάλους ίσκιους των βουνών με τα σκληρά ονόματα, ανάμεσα Μουργκάνα, Νεμέρτσικα, Κασιδιάρη κι Άκροκεραύνεια. Βουνά, πού οι άνθρωποι μια και δεν είναι αναγκασμένοι να φιλιωθούν μαζί τους, τα παρακάμπτουν και προτιμούν τις μικρές κοιλάδες καί τις υπώρειες. "Όταν ιδίως γέρνει να βασιλέψει ο ήλιος μακρυά προς το Αργυρόκαστρο, πίσω από τ’ Ακροκεραύνεια, απλώνουν οι ίσκιοι των βουνών και κάθονται πλάκωμα πάνω στο στήθος. Κι αντίκρυ, στον κάμπο τής Δερόπολης τά νερά του Δρίνου στέλνουν ανταύγειες από τό ηλιοβασίλεμα -πρώτο ερέθισμα στην παιδική φαντασία πού τ’ απλώνει τα κάνει θάλασσα κι απάνω ρίχνει τα καράβια τής φυγής...

Όχι για την περιπέτεια. Πριν ωριμάσουν τα παιδιά έχουν κιόλας αποχτήσει την σκυθρωπή σοφία του γέρου χωρίς νάχουν περάσει από το στάδιο τής έξαλλης ορμής. Και θα την κρατήσουν σ’ όλη τους τη ζωή τη  βαρύτητα στο ύφος. Ίσως νάναι αυτός ο ίσκιος των βουνών, ίσως τα σκαμμένα πρόσωπα της καθημερινής συναναστροφής, ίσως ακόμη τούτος πού σέρνεται σε κάποιο φαράγγι - όλος νοσταλγία, συγκρατημένο παράπονο και στέρηση. 

«Γιώργο με πήρε ή άνοιξη, 

πήρε τό καλοκαίρι 

τώρα φουντώνουν τα κλαριά 

και κλειούν τά μονοπάτια 

Γιώργο και συ δε φαίνεσαι 

δεν κούγεσαι για νάρθης...»

Τα παιδικά μας χρόνια νανουρίστηκαν μ’ αυτό το παράπονο της μάνας πού ζεί δίχως τον άντρα, με ιστορίες για ληστές, Αρβανίτες και Καστρινούς μπέηδες. Ακόμα τις θυμούμαστε:  Οπως έκείνη για το Βασίλη Δούκα, πού τη δεύτερη μέρα του γάμου του, τού ζήτησε ο μπέης τη νύφη, τάχα για να ζυμώσει το ψωμί του...

-Μπέη μου του απάντησε, ακόμα δεν την είδα εγώ και θα τη στείλω στο σπίτι σου;

Και την άλλη μέρα βρήκαν το Βασίλη Δούκα στη μέση του δρόμου μ’ ένα μεγάλο κόκκινο τριαντάφυλλο στο στήθος - τριαμερίτικος γαμπρός...

Η την άλλη για το άλογο του γέρου Χρήστου, πού ήταν ρούσο κι όμορφο κι ο μπέης τόχε βάλει στο μάτι κι όλο το αγγάρευε για να πηγαινοέρχεται στο γονικό του κάστρο ώσπου ο γέρος δεν άντεξε πια κι ένα πρωί αντί να το στολίσει με χάμουρα και τραχηλιές, του φερε μια στο κούτελο με το τσεκούρι, τάνοιξε στα δύό το κεφάλι και το ξάπλωσε εκεί στη μέση τής αυλής του, να μη μπορεί πιά κανείς νά του το πάρει!!. Κι όταν τον ρώτησε ο μπέης γιατί τόκανε, του απάντησε πώς ήταν καιρός να το χαρεί κι αυτός λίγο...

Θυμούμαστε βέβαια και τούς παστρικούς οντάδες, κάποιον αγέρα αρχοντιάς στην ψυχή πιό πολύ και στα φερσίματα, θυμούμαστε πιό πολύ ακόμα τούς Πωγωνήσιους χορούς με αργό βάδισμα, τάσπρα σεγκούνια με τα χρυσά κουμπιά και εκείνες τις ομπόλιες από ζοφρανισμένο μετάξι... Και γύρω στο χορτάρι τούς γερόντους καί τούς ξενιτεμένους πού είχαν γυρίσει με μύά χρυσή καδένα στο γιλέκο και το (τζάνουμ) πρόθυμα πάντα, πού δήλωνε πλούσια καρδιά πιό πολύ, παρά πουγκί...

Κι υστέρα ήρθε ο πόλεμος κι ή κατοχή με το αντάρτικο πού μας εξοικείωσε με άλλα πράματα πού ως τότε δεν τα ξέραμε: τις καθημερινές μάχες (αυτές οι σφαίρες είναι τροχιοδεικτικές, αυτός ό κρότος ντουφεκιού είναι άπό μάουζερ, τό πολυβόλο πού κροταλίζει είναι Μπρέν), το θάνατο, τη φωτιά, τούς καπνισμένους τοίχους, και την ελονοσία πού στεφάνωνε τα μάτια με μαύρους κύκλους και έκανε τα κορμιά να ριγούν στον Αυγουστιάτικο ήλιο, ξαπλωμένα στη μέση του δρόμου... Μή μου ζητάτε να μιλήσω για τις καμένες σάρκες...

Λέγαμε πώς πιά δεν θα ξανάρθει Ειρήνη. Κάποτε ήρθε, μα δεν μας βρήκε... Είχαμε φύγει εμείς. Λίγοι τώρα μένουν εκεί. Κυρίως αυτοί πού περιμένουν σειρά να κοιμηθούν... Ωστόσο ώσπου να τούς έρθει ή ώρα κρατούν ανοιχτό το σπίτι φτιάχνουν τούς δρόμους και καθαρίζουν τις αυλές για να μην κλείσουν απ' τούς αρκουδόβατους... Γιατί το καλοκαίρι θα ρθούν τα παιδιά για δέκα μέρες να χορέψουν και να τραγουδήσουν Πωγωνήσια τραγούδια στον τόπο τους...

Α, τα Πωγωνήσια τραγούδια! Ποιος ξένος μπόρεσε να τα νοιώσει; Κανείς πού δεν είδε ν’ αρχίζει με μοιρολόγι γεμάτο πάθος (αλήθεια τι αντινομία!) και να τελειώνει με μοιρολόγι, πού δεν άκουσε τούς μακρόσυρτους συρτούς ν’άνταλλάσωνται ανάμεσα στο χορό των αντρών και το χορό των γυναικών, όταν γυρνούν από τα μακρινά ξωκκλήσια:

"Τόν άμμον ά— ή μαύρη εγώ 

τόν άμμον άμμο πήγαινα

 κι άγνάντευα τή θάλασσα.."

Το άκουσα τούτο το τραγούδι, χαμηλόφωνα, ένα βράδυ κάτω από τα φοινικόδεντρα, στην παραλία τής Βηρυτού.’Ήταν ένας γέρος με στεγνό πρόσωπο ακουμπισμένος σ’ έναν τοίχο τού λιμανιού. Πήγα και στάθηκα δίπλα του, άρπαξα τον γνώριμο σκοπό και συνέχισα με βαθύτερη φωνή:

«θάλασσα πι ή μαύρη έγώ

 θάλασσα πικροθάλασσα 

τί μούκανες τόν άντρα μου».

Υστερα από λίγη ώρα ο γέρος από τα ριζά της Νεμέρτσικας είχε ακουμπήσει στον ώμο μου πάνω απ’ το τραπέζι με τα δύό ποτήρια, μιλούσε με φωνή πού έτρεμε και μου ζητούσε να τού πω μοιρολόγια... Χάΐ—χάϊ είπε ύστερα, δε βαστώ άλλο, θά γυρίσω...

—Καιρός είναι τού είπα.

Ο νόμος πού σάς έλεγα είχε αρχίσει να γίνεται επιτακτικός μέσα του.

Πήγαινε ν’ άναπαυθεί...

[Η φωτογραφία είναι στο διαδίκτυο εδω:https://c2.staticflickr.com/8/7883/31921126057_e5440ddac9_o.jpg

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ : Χ.Κ.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.