Σάββατο, 29 Αυγούστου 2020

1979-2009: ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΡΕΥΝΕΣ ΚΟΙΛΑΔΑΣ ΠΟΤΑΜΟΥ ΓΟΡΜΟΥ ΠΩΓΩΝΙΟΥ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ (ΠΡΑΚΤΙΚΑ)

ΗΛΙΑΣ ΑΝΔΡΕΟΥ, ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΛΕΙΤΣΑΣ

To Πωγώνι [1] χωροθετείται στο βορειοδυτικό τμήμα της περιφερειακής Ενότητας Ιωαννίνων. Ορίζεται από τον ποταμό Αώο και την περιοχή της Κόνιτσας στα ανατολικά, τους ποταμούς Δρίνο και Γυφτοπόταμο στα δυτικά, τα όρη Μακρύκαμπος (1.673 μ.) και Δούσκο (2.198 μ.) στα βόρεια, το όρος Κασιδιάρης (1.329 μ.) και τις πηγές του ποταμού Καλαμά στα νότια. Ο σημαντικότερος οικιστικός πυρήνας κατά την αρχαιότητα εντοπίζεται στην περιοχή των πηγών και του άνω ρου του ποταμού  Γορμού, όπου σήμερα αναπτύσσονται τα χωριά Μερόπη, Παλαιόπυργος και Κάτω Μερόπη. Η συγκεκριμένη κοιλάδα περιορίζεται από το όρος Δούσκο ή Μερόπη (2.198 μ.) στα βορειοανατολικά, το όρος Μακρύκαμπος ή Μπόζοβο (1.673 μ.) στα βορειοδυτικά και το όρος Κουτσόκρανο (1.324 μ.) στα νότια-νοτιοδυτικά. Ανάμεσα στους παραπάνω ορεινούς όγκους και σε υψόμετρο 500-800 μ. περίπου δημιουργείται ημιορεινή κοιλάδα, η οποία γονιμοποιείται από τα νερά του ποταμού Γορμού. Γεωλογικά η περιοχή καλύπτεται από αδιαίρετο φλύσχη, που περιβάλλεται από δύο ζώνες ηωκαινικών ασβεστόλιθων με κατεύθυνση νοτιοανατολικά-βορειοδυτικά. Το φυσικό περιβάλλον και το μικροκλίμα εξασφαλίζουν ιδανικές συνθήκες άσκησης κτηνοτροφικών, γεωργικών, θηρευτικών και πιθανώς αλιευτικών δραστηριοτήτων, υλοτομίας στα δάση της περιοχής ενώ υπάρχουν και πλούσιες πηγές νερού, ευνοώντας διαχρονικά τη μόνιμη κατοίκηση της κοιλάδας. Μέσω των φυσικών περασμάτων καθίσταται σχετικά εύκολη η επικοινωνία της κοιλάδας του ποταμού Γορμού με τον κάμπο της Κόνιτσας ανατολικά, με τη λεκάνη Καλπακίου-Δολιανών νότια και με το λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων νοτιοανατολικά, που αποτελούν σημαντικότατους διαχρονικά οικιστικούς πυρήνες, μέσω των οποίων διευκολύνεται η σύνδεση και με τις υπόλοιπες περιοχές της ενδοχώρας και των παραλίων της Ηπείρου, αλλά κυρίως με τη γειτονική Αλβανία.

Επιφανειακές και ανασκαφικές έρευνες [2] αρχικά σωστικές και στη συνέχεια συστηματικές, πραγματοποιήθηκαν στην κοιλάδα του ποταμού Γορμού από το 1979, ενώ τα τελευταία χρόνια οι εργασίες περιορίστηκαν σε καθαρισμό, διαμόρφωση και συντήρηση των περιφραγμένων αρχαιολογικών χώρων. Οι έρευνες στην απομακρυσμένη από τα Ιωάννινα δύσβατη περιοχή υλοποιήθηκαν με ελάχιστο προσωπικό, λίγα τεχνικά μέσα, πολλά χιλιόμετρα πεζοπορίας. Ακόμη και με τις σημερινές δυνατότητες και τα μέσα μία αντίστοιχη προσπάθεια θα θεωρούνταν από εξαιρετικά δύσκολη έως παράλογη, η διαπίστωση όμως ότι η όμορφη κοιλάδα αποτελεί εκτεταμένο αρχαιολογικό χώρο με σημαντικά κατάλοιπα όλων σχεδόν των εποχών, επέβαλε την κατά το δυνατό πληρέστερη έρευνα των νεκροταφείων και τη μερική έστω των οικισμών. Σε όλη την έκταση της κοιλάδας, που κηρύχθηκε ως αρχαιολογικός χώρος (ΦΕΚ 305/Β731-05-1983), εντοπίστηκαν περισσότερες από δέκα οικιστικές μονάδες, εκ των οποίων ερευνήθηκαν αποσπασματικά πέντε, προστατευμένες με οχυρωματικούς-αναλημματικούς περιβόλους, που περιλαμβάνουν καμπύλα και ορθογώνια κτίσματα, στις θέσεις Παλιουριά και Περβανάς Παλαιοπύργου, Ανεμόμυλος και Αμπελιά Μερόπης, Γκλάβα Κάτω Μερόπης. Επιπλέον, επισημάνθηκαν τουλάχιστον είκοσι πέντε συστάδες τύμβων, εκ των οποίων ανασκάφηκαν έξι τύμβοι στη θέση Παλιουριά και ένας στο Πλάσι Παλαιοπύργου, καθώς και ένας ακόμα στην Γκλάβα Κάτω Μερόπης, όπου και νεκροταφείο, οι οποίοι περιείχαν περισσότερους από εκατό τάφους.

Το σύνολο των μέχρι σήμερα ερευνημένων θέσεων, μερικώς άλλωστε και με πολλές δυσκολίες ανασκαμμένων, αποτελεί ελάχιστο τμήμα του πολιτισμικού θησαυρού της κοιλάδας του ποταμού Γορμού, το οποίο προστίθεται ως σημαντική ψηφίδα στην αρχαιολογία και ιστορία της Ηπείρου. Οι τριακονταετείς έρευνες, που πραγματοποιήθηκαν από τον ανασκαφέα Η. Ανδρέου με ελάχιστο προσωπικό και μέσα, χρηματοδοτήθηκαν από το Ίδρυμα Ψύχα και διεκπεραιώθηκαν κυρίως χάρη στη μόνιμη συμμετοχή και προσωπική εργασία των δύο συντηρητών της τότε ΙΒ' Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Κ. Σακκά και Π. Σύμπα.

Ο τειχισμένος οικισμός της Παλιουριάς Παλαιοπύργου εκτείνεται σε τρία επάλληλα άνδηρα (980 m.a.s.l.) της πλαγιάς του Κουτσόκρανου και περιλαμβάνει καμπύλα κτίσματα με διάμετρο 3-3,5 μ., που σώζονται σε επίπεδο θεμελίωσης. Παρόμοιες κυκλικές καλύβες εντοπίστηκαν και στο εξωκλήσι της Παναγίας στη θέση Πλάσι, ενώ στην Παλιουριά ερευνήθηκε πεταλόσχημο κτίσμα εσωτ. διαστ. 3,5x3 μ., διαμορφωμένο σε κοιλότητα βράχου ως ημιυπόγειο. Ο τοίχος από πλακοειδείς λίθους διαθέτει άνοιγμα θύρας 1,4 μ., ενώ για δάπεδο αξιοποιήθηκε ο φυσικός βράχος. Χειροποίητη κεραμική και πυριτολιθικά εργαλεία βρέθηκαν στο εσωτερικό του. Ο οικισμός του Περβανά Παλαιοπύργου αποτελείται από καμπύλα κτίσματα, εκ των οποίων ερευνήθηκαν τρία με κάτοψη σε σχήμα πέλματος (shoe-shaped). Το κτίσμα Α έχει εσωτερικές διαστάσεις 5x1,7-2,1 μ. Το μεγαλύτερο κτίσμα Β σώζεται αποσπασματικά με διαχωριστικό τοίχο, ενώ οι εσωτερικές διαστάσεις του χώρου είναι 4x2 μ. Το κτίσμα Γ έχει εσωτερικές διαστάσεις 3,1x1,3-1,9 μ. Στο εσωτερικό των τριών παραπάνω κτισμάτων εντοπίστηκε χειροποίητη κεραμική του τέλους των προϊστορικών χρόνων.

Ο οικισμός του Ανεμόμυλου Μερόπης αναπτύσσεται σε ομαλό ύψωμα (740 m.a.s.l.) με έκταση 25 στρεμμάτων, το οποίο περιβάλλεται από δύο ενάλληλους οχυρωματικούς περιβόλους σε απόσταση 12 μ. μεταξύ τους και καλύπτεται από θεμέλια καμπύλων και ορθογώνιων κτισμάτων. Κάτω από στρώμα καταστροφής με λίθους και τμήματα πίθων αποκαλύφθηκε αψιδωτό κτίσμα από πλακοειδείς λίθους με εσωτερικές διαστάσεις 5,5x2,4 μ., στο οποίο βρέθηκε μικρή κυκλική εστία στο κέντρο, χειροποίητη και τροχήλατη κεραμική, δόντια κάπρου, τα κατώτερα τμήματα δύο μεγάλων πίθων κατά χώραν και οι λάκκοι υποδοχής άλλων δύο ακόμα. Στον πυθμένα ενός πίθου βρέθηκε μάζα 1.500 γρ., η οποία ταυτίστηκε από τα ειδικά εργαστήρια του ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος» και του Κρατικού Μουσείου του Βερολίνου με ήλεκτρο (κεχριμπάρι), η ταύτιση όμως αμφισβητήθηκε από αμερικανικό εργαστήριο. Επιπλέον, στον Ανεμόμυλο καθαρίστηκε μικρό κυκλικό κτίσμα με διάμετρο 2,5 μ., πλακόστρωτο δάπεδο και άνοιγμα θύρας.

✅Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει το σύνολο κτισμάτων που έχει αποκαλυφθεί στη θέση Αμπελιά Μερόπης και στη συμβολή δύο χειμάρρων του ποταμού Γορμού. Καταλαμβάνει επίπεδο τριγωνικό πλάτωμα και περιλαμβάνει καμπύλα κυρίως κτίσματα (Εικ. 1-2). Εκτός από τμήματα τεσσάρων καμπύλων κτιρίων και δύο κυκλικών κατασκευών, αποκαλύφθηκε το ελλειψοειδές οικοδόμημα Α, εσωτ. διαστ. 8,5x3 μ., κατασκευασμένο από πλακοειδείς λίθους και ποταμίσιες κροκάλες. Διαιρείται με εγκάρσιο τοίχο σε δύο ανισομεγέθεις χώρους, διαθέτει θυραίο άνοιγμα πλ. 1,3 μ., ενώ στο εσωτερικό του διαπιστώθηκε η ύπαρξη εστίας. Το σύνολο στην ανατολική και νότια πλευρά του στηρίζεται σε ισχυρό τοίχο με ορατό μήκος 10 μ., αναλημματικού χαρακτήρα για την προστασία των κτισμάτων από τα ορμητικά νερά των χειμάρρων, τα οποία κάλυψαν δύο φορές κατά τη διάρκεια των ερευνών τα αρχαία, με αποτέλεσμα να κατασκευαστεί ανατολικότερα πλευρική τάφρος απορροής. Αρχαία υδραυλικά έργα παρατηρούνται και ανατολικότερα στα ψηλότερα τμήματα της κοίτης του ποταμού Γορμού, τα οποία χρήζουν ιδιαίτερης μελέτης. Γενικά, στο χώρο της Αμπελιάς εντοπίστηκαν λίγα κινητά ευρήματα, όπως χειροποίητη κεραμική και λίθινα εργαλεία, ενώ ασυνήθιστο και ενδιαφέρον εύρημα αποτελεί λίθινος κορμός καθιστής γυναικείας μορφής χωρίς κεφάλι και άκρα, σωζ. ύψ. 37 εκ., μέγ. πλ. 31 εκ. και πάχ. 15 εκ. περίπου. Ο κορμός αποδίδεται αφαιρετικά σε σκληρό γκριζωπό αμμόλιθο, πάνω στον οποίο διαγράφονται τα στήθη και η κοιλιά, ενώ η στάση είναι χαρακτηριστική της τίκτουσας γυναίκας ως ευγονικής θεάς-μητέρας της νεολιθικής εποχής. Η «Θεά της Αμπελιάς» (Εικ. 3) και μερικά ακόμα λίθινα τέχνεργα, που βρέθηκαν εντός των κτισμάτων, παραπέμπουν πιθανότατα σε δραστηριότητες που έχουν σχέση με τη λατρεία της ευγονικής θεάς-Μητέρας Γης.


Εικ. 1-Κάτοψη του ερευνημένου τμήματος οικισμού στην Αμπελιά Μερόπης.


Εικ. 2-Άποψη του ερευνημένου τμήματος οικισμού στην Αμπελιά Μερόπης.

Πληρέστερη εικόνα παρέχουν τα δεδομένα από τον οικισμό στην Γκλάβα Κάτω Μερόπης, οι καμπύλες καλύβες (διαμ. 2-6 μ.) του οποίου αναπτύσσονται σε τέσσερα επάλληλα άνδηρα (550 m.a.s.l.) έκτασης 10 περίπου στρεμμάτων (περιλαμβάνει 50 περίπου καλύβες), που ορίζεται με περίβολο πλ. 1,8-2 μ. περίπου. Πρόκειται για το μεγαλύτερο και σαφέστερα συγκροτημένο οικισμό, οργανωμένο σε σχεδόν επίπεδο χώρο δίπλα στη βαθιά κοίτη του ποταμού Γορμού και στο βασικό δρόμο, που διασχίζει κατά μήκος τη χαράδρα και χρησιμοποιήθηκε διαχρονικά ως κύρια αρτηρία επικοινωνίας. Επιπλέον, φαίνεται ότι τα κτίσματά του είχαν οργανωθεί γύρω από ειδικές κατασκευές, πιθανώς έδρα ενός τύπου κεντρικής διοίκησης.

Εικ 3-Λίθινος κορμός καθιστής γυναικείας μορφής
από την Αμπελιά Μερόπης
Ερευνήθηκε τμήμα του οικισμού (Εικ. 4), που περιλαμβάνει επτά καμπύλα οικοδομήματα, σωζόμενα σε επίπεδο θεμελίωσης. Η μεγαλύτερη κυκλική κατασκευή Α με διάμετρο 7 μ. διαθέτει περιμετρική λίθινη θεμελίωση, συμπαγή πυρήνα λίθων, διαστ. 3,5x3 μ., και εσωτερική διαίρεση με τοιχάρια σε ακτινωτή διάταξη. Στη βορειοδυτική πλευρά συνορεύει με παλαιότερο αψιδωτό κτίσμα Β, εσωτ. διαστ. 4x2,3 μ., το οποίο διαθέτει και μικρή κυκλική εστία. Σε επαφή με το κτίριο Α βρίσκεται ανατολικά το κυκλικό κτίσμα Γ, διαμ. 2,5 μ., και βορειοανατολικά το ωοειδές κτίσμα ΣΤ, διαμ. 3 μ. Μεταξύ του περιβόλου και του κτιρίου Α υπάρχει τοίχος ορατ. μήκ. 3,5 μ., που ανήκει στο μεγαλύτερο και παλαιότερο κυκλικό οικοδόμημα Δ. Βορειότερα του συμπλέγματος των πέντε κτιρίων εντοπίστηκε το ωοειδές κτίσμα Ε, εσωτ. διαστ. 3,3 x2,3 μ., και νοτιότερα το μικρότερο κυκλικό κτίσμα Ζ, διαμ. 2 μ. Μία ακόμα κυκλική καλύβα, διαμ. 2,2 μ., ερευνήθηκε σε χαμηλότερο σημείο. Από το εσωτερικό των κτιρίων συγκεντρώθηκε κυρίως χειροποίητη κεραμική και πυριτολιθικά εργαλεία, ενώ βρέθηκε και τμήμα από νεολιθικό πέλεκυ.

Εικ. 4-Κάτοψη του ερευνημένου τμήματος οικισμού στην Γκλάβα Κάτω Μερόπης

Παράλληλα με τις βασικές πρωτογενείς παραγωγικές δραστηριότητες πρέπει να υπήρχαν διαχρονικά και μικρότερης κλίμακας βιοτεχνικές δράσεις στους οικισμούς, όπως μαρτυρά η ύπαρξη πρώιμου κεραμικού κλιβάνου στο χώρο μεταξύ του οικισμού και του νεκροταφείου στη θέση Γκλάβα Κάτω Μερόπης. Περιλαμβάνει σύμπλεγμα μικρών ακανόνιστων λάκκων, βάθ. 0,5-0,6 μ., μέσα στους οποίους βρέθηκαν ίχνη καύσης, όστρακα αγγείων, τμήμα πήλινης εσχάρας με διαμπερή οπή και εφυαλωμένες από την υψηλή θερμοκρασία πηλόμαζες. Στην ύστερη ελληνιστική εποχή ανήκει ορθογώνιο οικοδόμημα, διαστ. 11x5,3 μ., στη θέση Παλιουριά Παλαιοπύργου, στο εσωτερικό του οποίου εντοπίστηκαν αρκετές πήλινες αγνύθες αργαλειού και πήλινα φυλλόσχημα υποστηρίγματα αγγείων για χρήση κατά την όπτηση σε κεραμικό κλίβανο.

Τα κτίσματα των οικισμών του Πωγωνίου βρίσκουν παράλληλες μορφές στον κοντινό οικισμό του Λιατοβουνίου [3] Κόνιτσας, το νεκροταφείο λακκοειδών τάφων του οποίου χωροθετείται σε μικρή απόσταση. Το εσωτερικό του ιδιότυπου κτίσματος Α από τον οικισμό της Γκλάβας Κάτω Μερόπης διαμορφώνεται με ακτινωτά τοποθετημένους τοίχους, όπως και το διακριτό κτίριο από τον οικισμό του Λιατοβουνίου Κόνιτσας, σύνολα που ανήκουν περίπου στην ίδια χρονολογική βαθμίδα. Στον ίδιο γενικά χρονικό ορίζοντα αναπτύσσονται και τα πρώτα κτίρια του μολοσσικού οικισμού της Βίτσας [4] Ζαγορίου, στα δύο άκρα του οποίου χωροθετούνται αντίστοιχα νεκροταφεία. Οι κυκλικές καλύβες του Πωγωνίου θυμίζουν τις αντίστοιχες από το Θεσπρωτικό [5] Πρέβεζας, ενώ ελλειψοειδές κτίριο της πρώιμης εποχής του Σιδήρου αποκαλύφθηκε πρόσφατα και στη Σκάλα [6] Αετού Φιλιατών Θεσπρωτίας σε επαφή με παρόμοια κτίσματα οικισμού, στον οποίο εντοπίζονται και αναλημματικοί τοίχοι. Θα ήταν τέλος παράλειψη να μην αναφερθούν οι ομοιότητες με τα προϊστορικά και πρωτοϊστορικά οικοδομήματα του οικισμού στον Θέρμο [7] της Αιτωλίας.

Παράλληλα με τους οικισμούς και σε κοντινή απόσταση από αυτούς αναπτύσσονται τα νεκροταφεία τύμβων του Πωγωνίου, τα οποία ιδρύθηκαν κατά την πρώιμη εποχή του Σιδήρου, χρησιμοποιήθηκαν από τους κατοίκους της περιοχής κατά την αρχαϊκή, κλασική και ελληνιστική περίοδο, ενώ ενδιαφέρουσα είναι και η επανάχρηση των τάφων (λεγόμενοι «σλάβικοι») κατά τους βυζαντινούς αιώνες από τους πληθυσμούς της ευρύτερης περιοχής.

✅Ο ταφικός τύμβος Α στην Παλιουριά Παλαιοπύργου είναι ο πρώτος που ερευνήθηκε με την έναρξη των αρχαιολογικών εργασιών στην κοιλάδα του ποταμού Γορμού το 1979, μετά από υπόδειξη των Κ. Κωστούλα και Λ. Κουτσουμπίνα. Ο τύμβος ήταν χωμάτινος χωρίς λίθινο περίβολο και στη σωζόμενη μορφή του είχε διάμετρο 12 μ. και ύψος 1-1,5 μ. περίπου. Περιλαμβάνει τριάντα κιβωτιόσχημους τάφους, οι μισοί εκ των οποίων χωροθετούνται ακτινωτά και οι υπόλοιποι ακανόνιστα, ενώ οι περισσότεροι βρέθηκαν συλημένοι, με ένα σκελετό σε ύπτια θέση. Στην επίχωσή του υπήρχαν αρκετά πυριτολιθικά εργαλεία, όστρακα χειροποίητων αγγείων και κομμάτια από τοιχώματα πίθων με σχοινοειδή διακόσμηση. Οι παλαιότεροι τάφοι (5 και 17) χρονολογούνται στον 11ο-10ο αι. π.Χ. και ήταν κτερισμένοι με δύο πήλινους κανθάρους και κύαθο, περόνη και σιδερένια αιχμή δόρατος. Ο τάφος 10 περιείχε αρκετά πήλινα αγγεία των ελληνιστικών χρόνων, ενώ οι τάφοι 13, 15, 25 και 27 χρησιμοποιήθηκαν κατά τη βυζαντινή εποχή, όπως υποδεικνύουν τα χάλκινα κτερίσματα (περικάρπια και δακτύλιοι).

Σε απόσταση 50 μ. αποκαλύφθηκε ο ταφικός τύμβος Β με διάμετρο 8 μ. και σωζόμενο ύψος επιχωμάτωσης 0,5 μ. Ορίζεται με κυκλικό λίθινο περίβολο, ο οποίος περιείχε λακκοειδή ταφή και οκτώ κιβωτιόσχημους τάφους, ενώ τρεις ακόμα κιβωτιόσχημοι εντοπίστηκαν εξωτερικά. Η γυναικεία λακκοειδής ταφή ήταν κτερισμένη με λίγα χάλκινα κοσμήματα (δύο σφηκωτήρες, οκτώ αμφικωνικές ψήφους), ένας κιβωτιόσχημος τάφος με μυκηναΐζοντα αμφορίσκο και δύο οστέινες περόνες και άλλος κιβωτιόσχημος με αμφικύπελλο. Στον περίπου κεντρικό κιβωτιόσχημο τάφο του τύμβου, που χρησίμευε ως οστεοφυλάκιο, βρέθηκαν τα οστά πέντε σκελετών και λίγα όστρακα χειροποίητης κεραμικής. Ο τύμβος Β παρουσιάζει μεγαλύτερη χρονική ομοιογένεια από τον Α και είναι λίγο πρωιμότερος (12ος-11ος αι. π.Χ.).

Εικ. 5-Άποψη του ταφικού τύμβου Γ στην Παλιουριά Παλαιοπύργου.

Σε απόσταση 100 μ. από τον τύμβο Α ερευνήθηκε ο ταφικός τύμβος Γ με διάμετρο 6 μ. περίπου.
Εικ. 6

Σώζει τμήμα λίθινου περιβόλου και ήταν καλυμμένος με πέτρες και χώμα (Εικ. 5), όπου βρέθηκαν λίθινος βαίτυλος και μεγάλο χειροποίητο αγγείο. Ο τύμβος περιλαμβάνει ένα λακκοειδή και έξι κιβωτιόσχημους τάφους. Και εδώ η λακκοειδής ταφή ταυτίζεται με την αρχαιότερη χρήση του τύμβου, κτερισμένη με οπισθότμητη πρόχου, σιδερένια αιχμή δόρατος και σιδερένια περόνη, που διατηρεί ορυκτοποιημένα ίχνη μάλλινου υφάσματος (Εικ. 6). Τάφος διέσωζε ταφή των αρχαϊκών χρόνων, ενώ άλλοι τρεις επαναχρησιμοποιήθηκαν στην ελληνιστική εποχή.

Η επίχωση του τύμβου Δ κάλυπτε θεμέλια ορθογώνιου ελληνιστικού κτιρίου και ο τύμβος Ε καμπύλη κατασκευή χωρίς τάφους, ενώ τρεις βυζαντινές ταφές εντοπίστηκαν προς τα βόρεια. Οι δύο τύμβοι-λιθοσωροί είχαν διάμετρο 6-7 μ. περίπου. Στην επίχωση λίθων του ταφικού τύμβου ΣΤ, διαμ. 5-6 μ., μεταξύ άλλων βρέθηκε και ο δίσκος βάσης επείσακτης μυκηναϊκής κύλικας. Το συγκεκριμένο εύρημα αποτελεί το μοναδικό ασφαλές δείγμα μυκηναϊκής κεραμικής από τους οικισμούς και τα νεκροταφεία της κοιλάδας του ποταμού Γορμού Πωγωνίου. Κάτω από το λιθοσωρό του ίδιου τύμβου αποκαλύφθηκε ωοειδές άνοιγμα, διαστ. 2,5x1,8 μ., στο ένα άκρο του οποίου υπήρχαν δύο ακτέριστες παιδικές ταφές σε μικρούς κιβωτιόσχημους τάφους.

✅Ο ταφικός τύμβος στο Πλάσι Παλαιοπύργου έχει διάμετρο 14 μ. περίπου και είναι χωμάτινος χωρίς λίθινο περίβολο. Περιλαμβάνει εννιά κιβωτιόσχημους τάφους, εκ των οποίων πέντε διατάσσονται ακτινωτά. Ένας μόνο τάφος με δύο χειροποίητα αγγεία χρονολογείται στα ύστατα προϊστορικά χρόνια, ενώ οι υπόλοιποι οκτώ τάφοι είναι κτερισμένοι με πήλινα αγγεία και χάλκινα κοσμήματα (του τύπου των «σλάβικων») βυζαντινών χρόνων.

✅Ο τύμβος στην Γκλάβα Κάτω Μερόπης έχει διάμετρο 8 μ. και σωζόταν σε ύψος 1 μ. περίπου. Είναι κατασκευασμένος από χώμα χωρίς λίθινο περίβολο και περιλαμβάνει επτά κιβωτιόσχημους τάφους. Τρεις από αυτούς χρονολογούνται πιθανότατα στο 12ο-10ο αι. π.Χ., ο ένας κτερισμένος με χρυσό σφηκωτήρα, ο δεύτερος με χάλκινο ταινιωτό διάδημα (Εικ. 7), δύο χάλκινες μακρές περόνες, δύο χάλκινους οκτώσχημους δακτυλίους (Εικ. 8) και ασυνήθιστη οστέινη καμπύλη ταινία με εγχάρακτη διακόσμηση (Εικ. 9), ενώ ο τρίτος τάφος περιείχε ζεύγος σκελετών αντιθετικά τοποθετημένων και κτερισμένων με ήμισυ δίδυμου αγγείου («αμφιπρόχους») (Εικ. 10), χάλκινο διάδημα και χάλκινο κομβίο. Τα χάλκινα αντικείμενα και η κεραμική υποδηλώνουν σχέση με βορειότερους πολιτισμούς. Ενδιαφέρον στοιχείο αποτελεί η αποκάλυψη θεμελίωσης τοίχου παλαιότερου αψιδωτού ή ελλειψοειδούς κτίσματος κάτω από τους τρεις τάφους. Οι υπόλοιποι τέσσερις τάφοι διέσωζαν χάλκινα κοσμήματα βυζαντινών χρόνων.

Δίπλα στον τύμβο απλώνεται και το ανοικτό νεκροταφείο της Γκλάβας Κάτω Μερόπης, στο οποίο ερευνήθηκαν συνολικά είκοσι επτά τάφοι: είκοσι τρεις λακκοειδείς καλυμμένοι με λιθοσωρούς και τέσσερις κιβωτιόσχημοι. Οι τάφοι καλύπτουν ευρύ χρονολογικό φάσμα μεταξύ 11ου και 3ου αι. π.Χ. με ίχνη επανάχρησης, ενώ αρκετοί ήταν πλούσια κτερισμένοι με αντικείμενα τοπικής παραγωγής αλλά και αρκετά εισηγμένα. Ξεχωρίζουν τα λίγα χάλκινα αγγεία κορινθιακών εργαστηρίων, προφανώς εισηγμένα από την Αμβρακία και τις άλλες κορινθιακές αποικίες του Ιονίου-Αδρια-τικής, με τις οποίες θα υπήρχαν συναλλαγές. Βρέθηκαν και αγγεία του 5ου αι. π.Χ., ενδεικτικά της έναρξης επαφών των Μολοσσών με την Αττική, ενώ εντυπωσιάζει και ο αριθμός των σιδερένιων όπλων-εργαλείων (επτά ξίφη, δεκαοκτώ αιχμές δοράτων, δεκατρία μαχαίρια).

...//...

Οι τύμβοι του Πωγωνίου συνεχίζουν την παράδοση ταφικού εθίμου [8], το οποίο εμφανίζεται για πρώτη φορά στην περιοχή της Ηπείρου κατά τη μέση (Thesprotia Expedition: Σεβαστό [9] Θεσπρωτίας) και την ύστερη χαλκοκρατία (Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων: Εφύρα [10] Πρέβεζας). Η απουσία παλαιότερων της πρώιμης εποχής του Σιδήρου ταφικών τύμβων από την περιοχή του Πωγωνίου μόνο τυχαία μπορεί να είναι, καθώς αντίστοιχα ταφικά μνημεία της χαλκοκρατίας εντοπίζονται επί αλβανικού εδάφους στην αντικριστή πλευρά των συνόρων (Επισκοπή Πρεμετής, Κακαβιά, Βόδριστα, Βοδινή). Ύπαρξη τύμβων έχει υποστηριχτεί σθεναρά και στις περιπτώσεις των νεκροταφείων του Λιατοβουνίου [11] Κόνιτσας και της Βίτσας [12] Ζαγορίου, όπου επίσης κυριαρχεί αποκλειστικά το έθιμο του ενταφιασμού των νεκρών σε διάφορες στάσεις. Τύμβος με τάφους του 3ου αι. π.Χ. αναφέρεται από το Δυμόκαστρο [13] Θεσπρωτίας, ενώ μεγαλύτερος, διαμ. 50 μ. και ύψ. 5 μ., από τον Παραπόταμο [14] Θεσπρωτίας χρησιμοποιείται στα ελληνιστικά, ρωμαϊκά και κυρίως μεσοβυζαντινά χρόνια. Για τη δημιουργία των επιχώσεων των τύμβων του Πωγωνίου μεταφέρθηκε χώμα από γειτονικούς οικισμούς, καθώς αυτό περιέχει χαρακτηριστικά για οικιακό περιβάλλον ευρήματα, όπως οικοδομικό υλικό, αποθηκευτική κεραμική, λίθινα εργαλεία, οστά ζώων κ.ά., γεγονός που έχει παρατηρηθεί και σε άλλους τύμβους (π.χ. Lofkend [15] Αλβανίας).

Οι οικισμοί και τα νεκροταφεία του Πωγωνίου αναπτύσσονται διαχρονικά μέσα στην κλειστή κοιλάδα του ποταμού Γορμού, η οποία είναι φυσικά προσανατολισμένη προς τη σημερινή Αλβανία μέσω της διάβασης στους Δρυμάδες, καθώς και μέσω των δύο σημαντικών περασμάτων που παρέχουν οι ποταμοί Αώος-Δρίνος. Η ανθρώπινη δραστηριότητα γίνεται διαρκής ή χαρακτηριστική για περίπου 1000 χρόνια μεταξύ 12ου και 2ου προχριστιανικού αιώνα, έως δηλαδή την καταστροφή των πόλεων της αρχαίας Ηπείρου από τους Ρωμαίους. Η γεωγραφική ενότητα του Πωγωνίου ανέπτυξε ιδιαίτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά κατά τις πρωιμότερες χρονολογικά φάσεις, στη συνέχεια επηρεάστηκε από την εμπορική δραστηριότητα των κορινθιακών αποικιών και τέλος αποτέλεσε τμήμα της επικράτειας του κυρίαρχου φύλου των Μολοσσών και των ομοσπονδιών των κλασικών και ελληνιστικών χρόνων (Κοινό των Μολοσσών, Συμμαχία και Κοινό των Ηπειρωτών).

Τελειώνοντας την περιγραφή των ερευνών και των ευρημάτων, είναι επιβεβλημένο να αναφερθούν και οι προοπτικές σχετικά με τη συνέχιση των εργασιών. Δυστυχώς οι έρευνες πεδίου δεν φαίνεται να έχουν προοπτική, προς το παρόν τουλάχιστον, τόσο εξαιτίας περικοπών των χρηματοδοτήσεων, όσο και λόγω των ιδιαιτεροτήτων της απομονωμένης κοιλάδας του Γορμού. Σε αυτή τη φάση προέχει η φροντίδα για την προστασία και συντήρηση των ανασκαμμένων και περιφραγμένων αρχαιολογικών χώρων, καθώς και η συνέχιση της μελέτης των κινητών ευρημάτων και του συνόλου της κεραμικής με σκοπό να προετοιμαστεί η τελική τους δημοσίευση.

...//...

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

[1] Πρόκειται για το νότιο Πωγώνι ή Παλαιοπωγώνι, καθώς ένα τμήμα του βρίσκεται στη σημερινή
Αλβανία.

[2] Για τις ανασκαφικές εκθέσεις, βλ. στα Χρονικά του ΑΔ 1979, 239-240, πίν. 90' 1980, 303-307, 323, πίν. 145-150' 1981, 271-273, πίν. 163-164' 1982, 259, πίν. 161-162' 1983, 229-230, πίν. 95-96' 1984, 177-178, πίν. 69' 1986, 102-103, πίν. 96' 1987, 307-308, πίν. 166-167' 1988, 302-304, 308, πίν. 162-163, 170' 1991, 243-244, πίν. 98' 1997, 553-557, πίν. 205' 1999, 481-482. Για άλλα άρθρα και μελέτες, βλ. Ανδρέου 1982. Ανδρέου 1985. Andreou, Andreou 1987. Ανδρέου 1994. Ανδρέου 1995. Ανδρέου 1996. Ανδρέου 1998. Ανδρέου, Ανδρέου 1999. Andreou, Andreou 1999. Ανδρέου 2000. Ανδρέου 2001. Ανδρέου 2003. Andreou 2004. Ανδρέου 2009. Andreou 2011.

[3] Douzougli, Papadopoulos 2010, 62-67.

[4] Βοκοτοπούλου 1986, 223-229, 340-348, πίν. 333-334, σχ. 55-60.

[5] Dakaris 1971, 29, εικ. 48. Ανδρέου 1994, 242-243. Κωνσταντάκη, Σπανοδήμος 2008, 19.

[6] Ρήγινος 2005, 574. Η διάρκεια ζωής του οικισμού εκτείνεται από τον 9ο-4ο αι. π.Χ.

[7]  Ρωμαίος 1915, 225-279. Παπαποστόλου 2008, 56-66.

[8] Oikonomidis et al. 2011, 185-201. Για την εξέλιξη των ταφικών τύμβων σε Ήπειρο, Ιόνια νησιά και Αλβανία.

[9] Forsen et al. 2011, 79-82. Τύμβος του τέλους της μέσης χαλκοκρατίας (ραδιοχρονολόγηση: 17801610 π.Χ.).

[10] Παπαδόπουλος, Κοντορλή-Παπαδοπούλου 2003, 19-22. Πρόκειται για τρεις τύμβους εντός της ακρόπολης.

[11] Douzougli, Papadopoulos 2010, 23. Τύμβος θα υπήρχε πάνω από τον παλαιότερο τάφο 59 του νεκροταφείου.

[12] Βοκοτοπούλου 1986, 175-176, 323-331, 336, 339. Μικροί τύμβοι υπήρχαν και στα νεκροταφεία της Βίτσας.

[13] Πρέκα-Αλεξανδρή 1989, 312-314. Ο τύμβος περιλαμβάνει κιβωτιόσχημους και λακκοειδείς τάφους.

[14] Πρέκα-Αλεξανδρή 1992-1993, 165-212, πίν. 39-42. Περιείχε ογδόντα οκτώ τάφους και πέντε κατασκευές.

[15] Papadopoulos 2006, 81-84. Σημειώνει χαρακτηριστικά: «For the time-being one can only speculate that if the earth used as tumulus fill was brought from other sites, such a phenomenon not only bolsters the commemorative aspect of the tumulus, but it renders the mound itself as something of a landscape within a landscape: a mound of memory».

...///...

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Ανδρέου, Η., 1982. Οι τύμβοι Πωγωνίου Μερόπης, Αρχαιολογία και Τέχνες, 3, 54-60.
  • Ανδρέου, Η., 1985. Ανασκαφή τύμβων Πωγωνίου, Αρχαιολογία και Τέχνες, 16, 86-87.
  • Ανδρέου, Η., 1994. Νέες προϊστορικές θέσεις στην Ήπειρο, Φηγός. Τιμητικός τόμος για τον Καθηγητή Σωτήρη Δάκαρη, Ιωάννινα, 233-265.
  • Ανδρέου, Η.,1995. Πωγώνι, πανάρχαιη κοιτίδα πολιτισμού, Πωγωνιακά Χρονικά, 1, 20-24.
  • Ανδρέου, Η., 1996. Αρχαιολογικές έρευνες στο Πωγώνι, Πωγωνιακά Χρονικά, 2, 25-28.
  • Ανδρέου, Η., 1998. Οι αρχαιότητες της Κάτω Μερόπης, στο Π. Ράπτης (επιμ.), Η Κάτω Μερόπη (Βέρτζιανη - Φραστανά), Θεσσαλονίκη, 39-58.
  • Ανδρέου, Η., 2000. Χάλκινα αγγεία από τάφους της Μερόπης Πωγωνίου, Μύρτος. Μνήμη Ιουλίας Βοκοτοπούλου, Θεσσαλονίκη, 9-22.
  • Ανδρέου, Η., 2001. Ανασκαφή στην Αμπελιά Μερόπης, Πωγωνιακά Χρονικά, 3, 18-20.
  • Ανδρέου, Η., 2003. Καμπύλα κτίσματα της Ύστερης Εποχής του Χαλκού και της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου στην κοιλάδα του Γορμού Πωγωνίου, Η Περιφέρεια του Μυκηναϊκού Κόσμου, Β' Διεθνές Διεπιστημονικό Συμπόσιο, Λαμία 1999, Αθήνα, 117-133.
  • Ανδρέου, Η., 2009. Η κοιλάδα του Γορμού Πωγωνίου στην ελληνιστική εποχή, Ελληνιστική κεραμική από την αρχαία Ήπειρο, την Αιτωλοακαρνανία και τα Ιόνια νησιά, Αθήνα, 105-122.
  • Andreou, E., 2004. Le materiel nouveau des recherches dans la vallee de Gormo a Pogoni en Epire, L ’Illyrie m0ridionale et l ’Epire dans l ’Antiquit0, Actes du IVe colloque international de Grenoble 2002, Paris, 55-64.
  • Andreou, E., 2011. A Statue of a Fertility Goddess from Pogoni, L ’Illyrie m0ridionale et l ’Epire dans l’Antiquit0, Actes du Ve colloque international de Grenoble 2008, Paris, 169-177.
  • Ανδρέου, Η., Ανδρέου, Ι., 1999. Η κοιλάδα του Γορμού στο Πωγώνι της Ηπείρου, κέντρο ζωής και ανάπτυξης κατά την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου, Η Περιφέρεια του Μυκηναϊκού Κόσμου, Α' Διεθνές Διεπιστημονικό Συμπόσιο, Λαμία 1994, Λαμία, 77-90.
  • Andreou, E., Andreou, I., 1987. Une necropole tumulaire a Pogoni de l’Epire, L’lllyrie m0ri-dionale et l ’Epire dans l ’Antiquit0, Actes du colloque international de Clermont-Ferrand 1984, Clermont-Ferrand, 47-49.
  • Andreou, E., Andreou, I., 1999. Les villages prehistoriques fortifies de la vallee de Gormos a Pogoni d’Epire, L’lllyrie m0ridionale et l’Epire dans l’Antiquit0, Actes du IIIe colloque international de Chantilly 1996, Paris, 51-56.
  • Βοκοτοπούλου, Ι., 1986. Βίτσα. Τα νεκροταφεία μιαςμολοσσικής κώμης, Αθήνα.
  • Dakaris, S., 1971. Cassopaia and the Elean Colonies, Ancient Greek Cities, 4, Athens.
  • Douzougli, A., Papadopoulos, J., 2010. Liatovouni. A Molossian Cemetery and Settlement in Epirus, Jahrbuch des Deutschen Archaologischen Instituts, 125, 1-87.
  • Forsen, B., Forsen, J., Lazari, K., Tikkala, E., 2011. Catalogue of Sites in the Central Kokytos Valley, στο B. Forsen, E. Tikkala (επιμ.), Thesprotia Expedition II. Environment and Settlement Patterns, Helsinki, 73-122.
  • Κωνσταντάκη, Α., Σπανοδήμος, Χ., 2008. Μνημεία και αρχαιολογικοί χώροι της Λάκκας Σούλι του νομού Πρέβεζας, Ηπειρωτών Κοινόν, 2, 15-43.
  • Oikonomidis, S., Papayiannis, A., Tsonos, A., 2011. The Emergence and the Architectural Development of the Tumulus Burial Custom in NW Greece (Epirus and the Ionian Islands) and Albania and its Connections to Settlement Organization, στο E. Borgna, S. Muller Celka (επιμ.), Ancestral Landscapes. Burial Mounds in the Copper and Bronze Ages, Proceedings of the International Conference held in Udine 2008, Lyon, 185-201.
  • Παπαδόπουλος, Θ., Κοντορλή-Παπαδοπούλου, Λ., 2003. Προϊστορική αρχαιολογία δυτικής Ελλάδας και Ιόνιων νησιών, Ιωάννινα.Papadopoulos, J., 2006. Mounds of Memory. Burial Tumuli in the Illyrian Landscape, στο L. Bejko, R. Hodges (επιμ.), New Directions in Albanian Archaeology. Studies Presented to Muzafer Korkuti, Tirana, 75-84.
  • Παπαποστόλου, Ι., 2008. Θέρμος, Το Μέγαρο Β και το Πρώιμο Ιερό, Αθήνα.
  • Πρέκα-Αλεξανδρή, Κ., 1989. Κοινότητα Πέρδικας, Δυμόκαστρο, Αρχαιολογικόν Δελτίον, 44, Χρονικά, 312-314.
  • Πρέκα-Αλεξανδρή, Κ., 1992-1993. Ο τύμβος του Παραποτάμου, Αρχαιολογικόν Δελτίον, 47-48, A, Μελέτες, 165-212.
  • Ρήγινος, Γ., 2005. Δ.Δ. Αετού, Θέση Σκάλα (οικόπεδο Αποστόλου ή Μίχα), Αρχαιολογικόν Δελτίον, 60, Χρονικά, 574.
  • Ρωμαίος, Κ., 1915. Εκ του προϊστορικού Θέρμου, Αρχαιολογικόν Δελτίον, 1, 225-279.
...///...


ΠΗΓΗ:
Το παραπάνω κείμενο περιέχεται στην Εκδοση "Πρακτικά  Συνεδρίου με θέμα «Το Αρχαιολογικό Έργο στη Βορειοδυτική Ελλάδα και τα νησιά του Ιονίου» που συνέπεσε με τη συμπλήρωση πενήντα χρόνων βίου του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (1964-2014) και αφορά την υποενότητα : 1979-2009: ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΡΕΥΝΕΣ ΚΟΙΛΑΔΑΣ ΠΟΤΑΜΟΥ ΓΟΡΜΟΥ ΠΩΓΩΝΙΟΥ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ


Επιμελεια κειμένου και φωτοφραφιών-υπογραμμίσεις, Χ.Κ.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.