Σάββατο, 18 Ιουλίου 2020

Ο ΓΙΩΤΗΣ ΝΤΑΛΛΟΣ (Το δράμα ενός καλλιτέχνη)...


Όταν καμιά φορά φέρνω στο νου μου τον παλιό κλαρινίστα Γιώτη Ντάλλο, δεν ξέρω τι’ναι κείνο που μου δίνει δύναμη, να φωτίσω τη ζωή και το δράμα του άτυχου καλλιτέχνη. Στ’ αυτιά μου έρχεται ο απόηχος απ’ τις μουσικές του νότες, αλλά κι απ’ τις λαχτάρες απ’ το πονεμένο χοχλαστήρι της ψυχής του...
Πέρασαν τέσσερες δεκαετίες απ’ τη γνωριμία μας και πολλές φορές λέω πως μου ξεθώριασαν οι μνήμες. Το χωνευτήρι της απώλειας απ’ το καταστροφικό έργο του μεγάλου χρόνου που διάβηκε, μπορεί να μου δυσκολέψει την προσπάθεια. Δυνατά όμως νιώθω πως δεν τα κατάφερε να μου στροβιλίσει τις θύμησες, σαν ο αγέρας τα κίτρινα φύλλα του φθινοπώρου.

Δεν άντεξα. Έβαλα σε τάξη ό,τι άκουσα, ό,τι είδα, ό,τι μολογούσαν και μολογιέται και θιασώτης εγώ του γραφτού λόγου, όταν μάλιστα οι ήρωές του είναι υπαρκατά πρόσωπα, το αποτόλμησα και παρουσιάζω τη ζωή, τη δράση, αλλά και το δράμα του παλιού κλαριτζή.

Στο ημιόμορφο κεφαλοχώρι Τσαραπλανά του Πωγωνιού γεννήθηκε ο Γιώτη Ντάλλος. Οι γονέοι του τον κουνάρησαν μέσα στη στερημένη τους ζωή. Άσημοι άνθρωποι, δεν είχαν ούτε τα πιο απαραίτητα. Σε ξεθωριασμένα κουρέλια, φασκιωμένος σε μια μισοσπασμένη σαρμανίτσα, έκλαιγε με τις ώρες όσο να τελειώσει η μάνα του τα «χουσμέτια» και να τον νταντέψει, να τον μπουκώσει με κουρκούτι μπομποτίσιο. Μεγάλωσε στα λίγα, στα φτωχά, στα μικρά, στα ελάχιστα της φαμίλιας του...

Μικρός, απ’ την απερίγραπτη φτώχεια, το βλέμμα του είχε πάρει μια παράξενη σκοτεινιά, κι απ’ τα μάτια του λές κι έβγαινε η χειμωνιά, η κούραση, η απελπισία.
Ξυπόλητο το μικρό αγόρι, ήρθε η ώρα και γράφτηκε στο Δημοτικό σχολείο. Στα παιγνίδια του με τα σχολιαρούδια στ’ αρχοντοχώρι ήταν πρώτος και πολύ επιδέξιος. Ποτέ όμως δεν έκανε το «σπουδαίο», αλλά πάντοτε συμπεριφερόταν ταπεινά. Το μελαχρινό, συμπαθητικό του πρόσωπο πικρό, μα πάντα άνθιζε το χαμόγελο, ακόμα κι όταν τον φώναζαν τα παιδιά «Γιώτη-γύφτο»...

Τραυματιζόταν βαθιά ο Γιώτης όταν άκουε να τον φωνάζουν «γύφτο», αλλά ποτέ δεν το’δειχνε. Όταν δεν τον έπαιζαν τα παιδιά, ένιωθε οργή απ’ την καταφρόνια τους. Δεν τεμεναδοπροσκυνούσε να τον παίξουν, αλλά ήσυχα με θλίψη, έφευγε και καθότανε μονάχος στα σκαλιά της εκκλησίας. Αγνάντευε τα παιχνίδια τους και ξέσπαε σε βουβό κλάμα και καταριόταν τη μοίρα που τον γέννησε «φουκαρά».

Ήταν ανήσυχο παιδί που δεν θέλησε ν’ ακολουθήσει το «ζανάτι» του «απ’ το κοπάνισμα στ’ αμόνι της βαρείας και του σφυριού. Μισούσε και τ’ αναστενάγματα του φυσερού. Φοβότανε τα ζωντανά του χωριού όταν τα πετάλωναν έξω απ’ το εργαστήρι - καμίνι και ποτέ δεν φύσηξε τα «κατσούπια» - φυσερά όταν σφυρηλατούσαν τα κόκκινα απ’ τη φωτιά σίδερα, για να φκιάξουν γυνιά για ξυλάλετρα, τσεκούρια, βατοκόπια και τσαπιά.

Απ’ το σόι του όμως, τις «μελαψές» φαμίλιες, είχαν βγει οι καλύτεροι λαλητάδες, τα περίφημα Ηπειρώτικα μουσικά τακίμια. Αυτός παιδί θαύμαζε τον Κουλό, τον Κίτσιο της Γιάνναινανς το Μπατζή και κρυφά ορκιζόταν ότι θα τους φτάσει, θα τους περάσει και θα γίνει μαέστρος κλαριτζής.
Στο φτωχικό του, στο παλιό σεντούκι, ύστερα από κρυφή έρευνα, βρήκε ένα παλιό κλαρίνο, και με λαχτάρα το πήρε και το κρύψε στη χορτοθημωνιά στη φράχτη του κήπου. Ήθελε να το’χει καταδικό του για να εκπαιδεύεται όταν ξεστράτιζε κάπου απόμερα στο χωριό.

Άρχισε να βγάζει μ’ αυτό ακαθόριστους μουσικούς ήχους. Πάσχιζε ψάχνοντας να βρει, να πρωτοπαίξει το θλιβερό κιντόι', που του αναστάτωνε τον ψυχικό του κόσμο και γρήγορα τα κατάφερε. Ολη μέρα καρτέραε να βρει την ώρα να φύγει απ’ το σπίτι, να μπει στα βάτα, στους θάμνους, κοντά στις καστανιές του χωριού. Αναπτυγμένο παιδόπουλο τώρα, λεπτό, ευθυτενές κι όχι κακόμουτρο, έβαζε ελαφρά στα χείλη του το παλιό κλαρίνο κι «απογάλια» προσπαθούσε να μιμηθεί τ’ αηδόνια, τα κοτσύφια, που ταίριαζαν τις συναυλίες τους στις φράχτες με τις αγριοτριανταφυλλιές. Εκεί στ’ αμπέλια, με τις κυδωνιές και κορομηλιές, έξω απ’ το χωριό, στο υπέροχο, ρομαντικό, ποιητικό, εξωτικό, λουσμένο από ήλιο περιβάλλον. 

Εκεί απόμερα έπαιζε κρυφά παραδοσιακά μοιρολόγια και Πωγωνήσια τσακίσματα από χορούς, κι ό,τι άλλο γεννούσε η ψυχή του, που την ομόρφαινε κι αυτή με την καλλιέργεια της αυτοδίδαχτης μουσικής του. Ζητούσε με το κλαρίνο του να βρει και να πετύχει απόκρυφες ομορφιές χαράς, λυγμού, παράπονου, ερωτισμού, αγωνίας και λύτρωσης απ’ την πανωτή φτώχια. Ήθελε να γίνει «κάποιος» και το πέτυχε.

Σιγά σιγά το λάλημά του που σιγανά ακουγόταν νο-σταλγικό, όμορφο, βελούδινο κι έβγαινε απ’ τα βάθεια της Ηπειρώτικης ψυχής του, χάϊδευε ανάλαφρα τ’ αυτιά των τυχερών χωριανών του.
Έφηβος ο Γιώτης σοβαρός, αλαφροΐσκιωτος, με κορμί σαν κυπαρίσσι, απ’ την αλματώδες πρόοδό του στο κλαρίνο, άρχισε να περπατάει σαν άτι της χαράς του, λες και δεν πάταγε στη γη.
Ήθελε να φτερουγίσει, να πετάξει, να τρέξει για ν’ απαλλαγεί απ’ την κιτρινισμένη μιζέρια της φαμίλιας του. Έκανε αδυσώπητο, ανελέητο, κουραστικό για το «τακάτι» του πάλεμα, για να φτάσει στο σκοπό του. Κι έφτασε...

Τα χρόνια περνούσαν μέσα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο κι ο «φουκαράς» του χωριού έγινε άριστος κλαρινίστας, με πολλές ανησυχίες για την τέχνη του μουζικάντη. Κρεμάστηκε με την ίδια την ψυχή του στο κλαρίνο και του έγινε χτυποκάρδι, ανάσα, πυρετός, έρωτας. Βράδυ, πρωί, μεσημέρι έξω απ’ το σπίτι του και πίσω απ’ την εκκλησία, αποκάτω απ’ τα δέντρα... με το κλαρίνο του ο Γιώτης.
Είχε ακουστεί τώρα στα χωριά ότι στα Τσαραπλανά «εκκολαπτόταν», «αναδυόταν» μεγάλο ταλέντο και τούτο του’δωκε δικαιώματα στην αγάπη, εκτίμηση και συμ¬πάθεια όλων των κοντοχωριανών του.

Αλλά της νειότης η ζωή είναι μετρημένη, είναι μικρή, όλα γρήγορα περνούν, χάνονται. Ο μελαχρινός κλαριτζής νταβραντισμένος άντρας, παντρεύτηκε στο κοντινό χωριό στο Γεροπλάτανο. Πήγε σώγαμπρος γιατί είχε καϋμό να βρει μια σπιθαμή γης και μια παλάμη ήλιο δικό του. Η κοπέλα που πήρε ήταν χαριτωμένη, γλυκιά, χαδιάρα, αλλά και καπριτσόζα. Η φαμίλια της ήταν αγροτική, είχε χωράφια ποτιστικά στον κάμπο στο Βοϊδομάτη. Οι πειραχτικές χαδιάρες φοβέρες της γυναίκας του που τον απειλούσε με τις δουλειές της γης, δεν τον τρόμαζαν. Μια μέρα, από μόνος του, πήρε χωρίς βαριεστιμάρα το ξυλάλετρο στην πλάτη και το πήγε στο χωράφι στο Βοϊδομάτη.

Μαθημένος ο Γιώτης ν’ ακούει μονάχα τις γλυκές νότες του κλαρίνου, ξαφνιάστηκε απ’ τα «χουγιατά» των ανθρώπων του κάμπου, απ’ τα γαυγίσματα των σκυλιών και τα κουδουνίσματα των κοπαδιών.
Εκεί στο Βοϊδομάτη βρήκε καινούριες ομορφιές η καλλιτεχνική ψυχή του. Το ποτάμι βούιζε, μπερδεμένο, με τις φυλλωσιές απ’ τα πλατάνια. Στο βαθύ αυλάκι ακούει τα κελαρύσματα, καθώς τρέχει το νερό να ποτίσει τα χωράφια με τα καλαμπόκια, τις πεπονιές και τις φασολιές τους. Στα χαμόκλαδα, στους όχτους του Βοϊδομάτη, στα πυκνά καταπράσινα βάτα ακούει συναυλίες από ωδικά πουλιά που του χαϊδεύουν ανάλαφρα τ’ αυτιά του. Προχώρησε, υπνωτισμένος ελαφρά, και δεν έβγαζε άχνα να μη χαλάσει το χουζούρι και το κελάδημα των πουλιών...
Όταν έφτασε στο ποτάμι, σε μια μεγάλη οβίρα, τα μάτια του αντίκρισαν να παιγνιδίζουν στο νερό ψάρια, πολλά ψάρια. Καταγοητεύτηκε κι αστραπιαία σκέφτηκε πως μπορεί να γίνει ερασιτέχνης ψαράς, έτσι για «χόμπυ» για παιγνίδι. Τα βαθιά νερά της οβίρας που φαινότανε στεκούμενα, με απαλούς κυματισμούς, είχαν πάρει την απόχρωση γαλάζια θάλασσας. Η ωραία ονειροπόλα αυτή στιγμή της ζωής τού καλλιτέχνη στιγμή που πήρε με γελαστό πρόσωπο την απόφαση ν’ ασχοληθεί με την ψαροσύνη, στάθηκε το τρομερό σκαλοπάτι της ζωής του...

Φκιαγμένος τώρα καλλιτέχνης και ψαράς ο Γιώτης, έγινε πεντέξι χρόνια μπροστά απ’ την κατοχή και λίγο καιρό στις αρχές της κατοχής ο περιζήτητος κλαρινίστας στην περιοχή. Καλός οικογενειάρχης, ευγενικός, με το κουσούρι του καυχησιάρη, αλλά κάπως φοβισμένος για την αξία της τέχνης του. Φανερά εύθυμος, κορδωνόταν για να δώσει θάρρος στον εαυτό του.
Απανωτά του έρχονταν τα καλέσματα απ’ τα χωριά να παίξει σε πανηγύρια, ζιαφέτια, τσιμπούσια σε κέντρα, σ’ αρραβωνιάσματα, χαρές και πιστρόφια. Η κομπανία του ήταν πολύ φτωχή στην τέχνη των λαλητζήδων, αλλά δεν μπορούσε να χαλάσει τη σύνθεσή της, γιατί ήταν οικογενειακή.

Με το μαύρο κουτί παραμάσχαλα και μ’ αστραφτερό τώρα καινούριο κλαρίνο πήγαινε ο Γιώτης στα χωριά να παίξει. Το πρώτο του τραγούδι ήταν το μουρμουριστό, μαλακό, γαριφεδένιο, απαλό μοιρολόι. Ήθελε να τ’ ακούσουν όλοι να μερακλωθούν, να χαρούν. Μετά το κλαψάρικο αυτό κιντόι, για να σηκωθούν να χορέψουν οι λεβέντες κι οι κοπέλες που σεργιανούσαν από μακριά έπαιζε το χορό «Μπιρμπίλη που ν’τα πρόβατα» και κατόπι το βαρύ, στο χοντρό, «κούγω τον άνεμο κι αχάει, μωρέ παπά ντελή παπά» κι έτσι έστρωνε στην εντέλεια το χορό. Τότε ο κλαριτζής δεν έπαιζε, το κελαηδούσε με ντέρτι, έτσι που δύσκολα θα ματακούσει ανθρώπους... Το παίξιμό του ήταν αληθινό θρόισμα από μετάξι και τρυπούσε τις ψυχές, σαν οι αστραπές το σύννεφο, ολονώνε που με απόλυτη σιωπή τον παρακολουθούσαν...

Όταν άρχιζε να παίζει παθιάρικα το «πότε μικρή μεγάλωσες κι απόλυκες κλωνάρια», τσούρμο οι κοπέλες απ’ το λιακωτό τρέχανε σα ζαρκάδια και μπαίνουν στο χορό. Οι αγγελοκάμωτες αυτές λεβεντονιές, όταν στη σειρά τους ήταν κορυφαίες του χορού, λύγιζαν τα κορμιά σαν τόξα με γοητεία, χάρη κι αέρα, και τότε ο καλλιτέχνης σκάρωνε σαν πληγωμένο αηδόνι το «μωρ’Δεροπολίτισσα μωρ’ καϋμένη»...

Οι πατεράδες των κοριτσιών με καμάρι για την ομορφιά τους -έσταζαν αίμα τα τριανταφυλλί μάγουλά τους - κολλούσαν στο κούτελο του Γιώτη πανωτά τα κατοστάρικα. Κάπου κάπου και κανένας νιός περνούσε στο κλαρίνο κολαριστό πεντακοσάρικο γιατί χόρευε το «αμόρε» του...
Ο Γιώτης φλογερά ερωτευμένος με την τέχνη, αλλά και με τον τόπο του, παίζει και δίνει τον καλύτερό του εαυτό. Όταν λαλούσε άλλαζαν τα χαρακτηριστικά που προσώπου του και φαινότανε ρυτίδες στο μέτωπό του απ’ τ’ ανασήκωμα του φρυδιού. Όλα έσμιγαν με το τραγούδι του. Οι φλέβες φούσκωναν και τα μελαχρινά του χέρια με τα μακριά δάχτυλα χαϊδεύουν τα πλήκτρα του κλαρίνου, για να βγει φωνή γεμάτη γλύκα και καϋμό, που θρόνιαζε στα στήθια του. Η τόση λατρεία στο παίξιμο ήταν απ’ τη ζεστή αγάπη για την τέχνη ή από παλιές απωθημένες αγάπες;
Ο Γιώτη Ντάλλος παίζει για φιλία, μ’ ένα μεζέ κι ένα κρασί, παίζει σπίτι του να σταματήσει το κλάμα των παιδιών του, παίζει για τον εαυτό του, αλλά παίζει και πολύ φιλότιμα για να ζήσει την οικογένειά του...

Στο μεταξύ τον βασάνιζε αφάνταστα το καινούργιο του χόμπυ-πάθος να ψαρεύει στο ποτάμι. Έφκιαξε μικρή καλύβα στις όχθες του Βοϊδομάτη κάτω απ’ τον ήσκιο μεγάλου πλατάνου, εκεί κοντά που βούιζαν τα νερά του. Κρέμασε εκεί τα σύνεργα της ψαροσύνης, το καμάκι, τ’ αγκίστρι, την απόχη και τα μικρά του δίχτυα. Τη «στόλισε» με πολλές «εικόνες» από εξώφυλλα των περιοδικών και τα καλοκαίρια τη ζωή του τη μοίραζε στο λάλημα και στο ψάρεμα.
0 κλαριτζής τώρα, μόνιμος κάτοικος στο Γεροπλάτανο, έδωσε το δικαίωμα στο χωριό να’χει μερτικό στην περηφάνια ότι έχει τον καλύτερο καλλιτέχνη. Άλλη κομπανία δε είχε θέση στο χωριό αυτό. Σ’ όλα τα γλέντια ο Γιώτης...

Το Πάσχα στο χοροστάσι του χωριού έβγαιναν απ’ το κλαρίνο του λιγοθυμισμένες νότες, γεμάτες τρυφεράδα. Όταν του ζητούσαν ελαφρό χορό δεν φούσκωνε τα μάγουλά του κι έπαιζε με τ’ ακροχείλη, ίσα που τ’ ακουμπούσε στην άκρη του κλαρίνου. Κατόπι σιγανά σιγανά άρχιζε τα πεταχτά γλυκολάλητα τσακίσματα. Όταν οι κοπέλλες φέρναν βόλτα στο χορό με τσαχπνιά, αυτός δεν τράβαε τα μάτια του απ’ αυτές, για να ρυθμίζει το λάλημα με τις κινήσεις των ποδιών τους.
Στο πανηγύρι στο ξωκκλήσι τ’ Αι-Παντελεήμονα στα πηγάδια, κάθε χρόνο γινόταν - και γίνεται- όλη μέρα φανταχτερό όμορφο τρικούβερτο γλέντι. Γρήγορα με τις χτυσοπράσινες ανταύγειες του πρωινού καλοκαιριάτικου ήλιου και μπροστά στην απέραστη πρασινάδα ως τη Ρουψιά, απ’ το ρουμάνι «Μερμιγγιάρης», ένα χιλιόμετρο αμαξιτός δρόμος, ήταν γεμάτος χαρούμενες οικογένειες του χωριού για τα γιορτινά τους. Πήγαιναν να παρακολουθήσουν ολόκληρη τη λειτουργία στο ξωκκλήσι, που πάντοτε χοροστατούσε ο Παπαθανάσης με το λίγο του σα φούντα γένι, με συλλειτουργούς δυο τρεις παπάδες απ’ τα κοντοχώρια.

Σε λίγο έφτανε κι ο Γιώτης με το τακίμι του. Όσο να τελειώσει η λειτουργία, ο κλαριτζής ονειροπόλος στήλωνε τα μισόκλειστα μάτια του στο άπειρο απ’ το χαγιάτι του Άι 'Παντελεήμονα. Ύστερα σαν υπνωτισμένος έφτανε στ’ αυλακωμένα απ’ τα σκοινιά των σιούκλων στόμια των πηγαδιών. Χάιδευε τις αυλακωσιές με την αφή του σα να παίζε το αγαπημένο του κλαρίνο. Η ματιά του ήταν σαν να καρτερούσε τις νεραϊδόμορφες κοπέλες να’ρθουν ζαλικωμένες τη βαρέλα και το χωνί, το σιούκλο και την τριχιά του στα χέρια, να τη γεμίσουν με κρυστάλλινο νερό...

Αλλά αμέσως «προσγεωνόταν» κι άρχιζε τσουχτερά να πειράζει με χοντρά λόγια τους βοηθούς του λαλητάδες, τάχα δε νογάνε πολλά πράγματα απ’ την τέχνη του οργανοπαίχτη, κι όλο το βάρος της δουλειάς έπεφτε πάνω του.
Ύστερα απ’ το γλέντι στον Άι-Παντελεήμονα το βράδυ συνεχιζόταν στο μεγάλο καφενείο του Καραζιώτη. 0 καφετζής -κάπελας με γλυκά λόγια καλωσόριζε τους εορταστές και με τις χούφτες του έσιαχνε τα χοντρά πλούσια γκριζόξανθα μουστάκια του.

Ό,τι κι αν πεις, κείνο το κλαρίνο του Γιώτη ανάσταινε πεθαμένους. Έπαιζε το «Μπεράτι» και τον «Σαμαντάκα», που ήταν κελάδημα και λυγμός μαζί. Οι λεβέντες που ρίχνονταν στο χορό έσπαγαν με τη φτέρνα τους τα σανίδια του καφενείου ανενόχλητα. 0 Χίλιος (Αχιλλέας) ο μικρότερος στο τακίμι, σήκωνε το ντέφι τ’ αψήλου και το χτύπαγε ρυθμικά, αλλά απ’ το κοντό του μπόι δεν μπορούσε να το πάει πάνω απ’ το κεφάλι του καλλιτέχνη κλαριτζή. Όταν απόσταινε όρθιος, καθόταν σ’ ένα χαράμι με σταυρωμένα πόδια και μ’ αναρριχτό το σακάκι στους ώμους και τριγύρω του οι άλλοι οργανοπαίχτες.

Μεσάνυχτα κι ύστερα, όταν έβλεπε την παρέα να μερακλώνει και να τα ... σπάει, έβαζε αμέσως φρένο στο βροντόηχο της μουσικής του και το’ριχνε στο σιγανό μοιρολόι και σταματούσαν τα τραγούδια που.... Τρυπούσαν το ταβάνι. Με μαετρία σταματούσε το «άρτσι βούρτι» του γλεντιού κι έπαιρνε πάλι τον ωραίο πολιτισμένο χαρακτήρα του. 0 Γκίκας όλο τραγουδούσε.
Ένα βράδυ τ’ Άι-Παντελεήμονα ήταν όλο το χωριό στο πόδι μέσα κι έξω στο μαγαζί του Καραζιώτη. Όλοι τριγύρω στα τραπέζια πίναν, τραγουδούσαν, χόρευαν όλη νύχτα.
Ο ευγενικός, πρόσχαρος ντραγάτης του χωριού, ο Κόντης, τρέχει στο κοτέτσι του καφετζή, αρπάζει έναν κόκορα και με τέχνη σε μισή ώρα σερβίρεται ροδοκοκκινισμένος με δυνατά χειροκροτήματα στην παρέα που γλεντούσε. Η παλιά αρχοντονοικοκυρά του Κίκλη έφυγε απ’ το γλέντι και γρήγορα γρήγορα έκανε φύλλα κι έφτιαξε λαχταριστή με μυρωδάτο φρέσκο βούτυρο πίττα στην γάστρα. Έβγαλε μπρούσκο κοκκινέλι απ’ το κατώι και μαζί με την πίτα τα πήγε πεσκέσι στη μεγάλη παρέα, δυό ώρες μετά τα μεσάνυχτα.
Μονάχα με το σκάσιμο του ήλιου διαλύθηκε η συντροφιά και το χωριό βρήκε το παραδοσιακό αγροτοκτηνοτροφικό του χρώμα απ’ τη φωνή του τσοπάνη «βγάλτε τα γίδιαααα», και το σιγανό αποχαιρετιστήριο για τη μέρα κείνη «εμβατήριο» που γλυκολαλούσε ο Γιώτης...

Οι χρονιές διαδέχονταν η μια την άλλη κι ήρθε στον τόπο η μαύρη φασιστική κατοχή, τώρα που ο Γιώτης τα κατάφερε να γίνει ο «κάποιος». Όλη η απαντοχή του ήταν στο κλαρίνο να ζήσει η φαμίλια του, αλλά αυτό αχρηστεύτηκε. Το εναπόθεσε στην κασέλα με τ’ άλλα άχρηστα αντικείμενα.
Άρχισε ο εξαντλητικός αγώνας για την επιβίωση της οικογένειας. 0 πόνος στο πρόσωπό του έδειχνε χινοπωριάτικα αστραποβρόχια, έδειχνε τη θλίψη της ψυχής του, τη βαριεστημάρα και την κούρασή του.
Στην απελπισία του σκέφτηκε το χόμπυ του, το ψάρεμα, κι αποφάσισε να το κάνει «ζανάτι» για να επιζήσει η φαμίλια του. Αλλά με αγκίστρι κι απόχη που έπιανε ψάρια, ποτέ δεν αβγάταιναν στ ντροβά του. Τσαλαβουτούσε άτσαλα με πείσμα στο ποτάμι και τα νερά το σώμα του το σκέπαζαν «ως εκεί που έπρεπε», αλλά η απόχη έβγαινε χωρίς ψάρια. Ζαρωμένος, κρυωμένος τουρτούριζε βλαστημώντας την τύχη του, γιατί η σοδειά του ήταν μονάχα να φάνε στο σπίτι η φαμίλια ψάρια, χωρίς ψωμί. Η μεγάλη του προσπάθεια ήταν να πιάσει ψάρια ν’ τ’ ανταλλάξει με μπομποτάλευρο και με λίγο λάδι...

Λυγμοί τον έπνιγαν και σφούγγιζε τα μάτια του με την παλάμη, όταν σκεφτόταν με φρίκη πως θα το βολέψει το χειμώνα που ερχόταν φορτωμένος χιόνια, κρύα, βροχές, χαλάζι κι αρρώστιες.
Και τότε πήρε τη μεγάλη απόφαση να γίνει λαθροψαράς να ψαρεύει με δυναμίτη για να σταματήσει το θλιβερό τρόπο ζωής της οικογένειας... Αυτή του η απόφαση όμως ήταν ο Γολγοθάς του κατοπινού πολύχρονου μαρτυρίου του, που κι ακόμα σπαράζει η καρδιά του, όπως σπάραζαν τα ψάρια στο καμάκι του...
Τα νερά του Βοϊδομάτη έγιναν το Βατερλώ του.
Σε μια του προσπάθεια να πυροδοτήσει το φυτίλι της δυναμίτιδας για να ψαρέψει, έγινε αναπάντεχα η ανάφλεξη του καψυλιού κι εξερράγη το φυσίγγι στην παλάμη του δεξιού του χεριού.
Έπεσε πληγωμένος ουρλιάζοντας. Όταν σήκωσε το πληγωμένο του χέρι και είδε ότι είχε κοπεί ως τον καρπό, κόντεψε να τρελαθεί κι έπεσε λιπόθυμος. Μόλις συνήλθε φώναξε και ματαφώναξε βοήθεια, αλλά μάταια. Τριγύρω του βλέπει μονάχα καταχνιά και το σάλιο της γλώσσας του να τελειώνει. Άρχισε να χτυπιέται και να φωνάζει σα λαβωμένο τσακάλι. Σε λίγο τον βρήκαν και τον μετέφεραν στο χωριό...

Αντιστάθηκε πάλεψε με τη ζωή και το θάνατο και μόλις γλίτωσε το ταξίδι για του χάρου τα μαρμαρένια αλώνια.
Καταριέται τη μοίρα του που του πλεξε το υφάδι της φοβερής αυτής κατάστασης της ζωής του. Φαντάσματα πηδούν μπροστά του και του φωνάζουν:Κρίμα Γιώτη...
Τώρα σακάτης. Δεν υπάρχει ούτε για τον εαυτό του. Ποιο το όφελος τόσα χρόνια που γύριζε με το κλαρίνο κι αν έκανε και πάνω από χίλια γλέντια;
Δύσθυμος, λιγομίλητος, δακρύζει με σκυφτό κεφάλι απ’ την αγωνία κι απελπισία. Με πόνο στην καρδιά και στην ψυχή και με αρρωστημένη ματιά στραγγισμένη από κάθε ελπίδα επαναπατρίζεται στα Τσαραπλανά.
Στην καρδιά του αχρηστεμένου καλλιτέχνη θρονιάζει η βαρυχειμωνιά με τις βροχές, μπόρες και το ξεροβόρι της.
Η γλυκιά άνοιξη με τον ήλιο της λιώνει τα χιόνια της Νεμέρτσικας και της Ολύτσικας, αλλά του Γιώτη η καρδιά είναι παγωμένη.
Τώρα με ψαρά μαλλιά, μάγουλα αξύριστα, ασπρόγκριζους κροτάφους, χείλια μαραμένα, κατσουφιασμένα φρύδια, μελαγχολικός και μ’ απροσδιόριστο σα μπακίρι χρώμα το πρόσωπό του, γυρίζει στα δυο τρία καφενεία του χωριού...
Ξεμπογιατισμένος, χωρίς την παλιά του γοητεία, χωρίς τον αέρα του καλλιτέχνη, δείχνει μια εικόνα μαρασμού κι η ζωή του κυλάει στην πλήξη της μονότονης καθημερινότητας.

Ειρωνεία της μοίρας! Οι οργανοπαίχτες φίλοι του του βάλανε στον καρπό του, χωρίς παλάμη, χωριού του, χοντρό δερμάτινο βραχιόλι κι εκεί εφάρμοσαν - έδεσαν ένα δοξάρι για να κρατάει στις κομπανίες «μπάσο» μ’ ένα παλιό βιολί... Τους παρακαλάει κάπου-κάπου να του βάζουν στα μαραγκιασμένα του χείλια ένα κλαρίνο, αλλά απ’ το φύσημα του Γιώτη βγαίνει μονάχα μια νότα σα λόξυγκας και κόμποι δάκρυα πέφτουν απ’ τα μάτια του...

Στο πανηγύρι του Αι Παντελεήμονα δεν αχολόησαν, δεν ματακούστηκαν οι γλυκές νότες απ’ το κλαρίνο του δύστυχου Γιώτη Ντάλλου.
Τι άσχημα, τι σκληρά γυρίσματα που’χει η ζωή....

Σταύρος Π. Καραδήμας***
Ηπειρωτικό Ημερολόγιο Ιωάννινα 1980


*** ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΚΑΡΑΔΗΜΑ:

Ο αείμνηστος Σταύρος Καραδήμας, καταγόταν από τη Μέγγουλη (σημερινό Περιστέρι) Πωγωνίου. Ήταν εργολάβος Δημοσίων έργων και ιδιωτικών. Δεν τον γνώριζα, γιατί όταν έκανε διάφορα έργα στο χωριό μας, προπολεμικά ήμουν πολύ μικρός.

Αργότερα τον γνώρισα και συνδέθηκα πολύ μαζί του. Ήταν άνθρωπος εργατικός, πρόθυμος, αγαπητός με όλους τους κατοίκους του χωριού. Γλεντζές και παθιασμένος με το Πωγώνι. Τα έργα του (στέρνες, δρόμοι-πηγάδια κ.ά.) σώζονται μέχρι σήμερα και φέρνουν τη σφραγίδα του. Οι παλιότεροι τα θυμούνται. Πως έγινε η γνωριμία μαζί του; Είναι μια μικρή ιστορία. Είχε ένα γιο, Γενικό Διευθυντή στην Αθήνα, στο Εθνικό Τυπογραφείο που εκδίδονται τα Φ.Ε.Κ. (Φύλλα Ελληνικής Κυβερνήσεως). Εγώ ήθελα ένα φύλλο Φ.Ε.Κ. για προσωπική μου χρήση (Π.Δ. Προαγωγής μου).

Πήγα λοιπόν στο Εθνικό Τυπογραφείο (Σολωμού 12, τον Μάρτιο του 1980) εκεί έγραφε «Ώρα εισόδου για το κοινό από 8. π.μ. μέχρι 1 μ.μ». Με το δικό μου ωρολόγι έφτασα μία παρά 10'. Η πόρτα είχε κλείσει. Διαμαρτυρήθηκα μαζί μ’ άλλους. Μάλιστα εγώ έντονα είπα: «ήρθα 500 χιλιόμετρα μακριά και για δέκα λεπτά δεν μπορώ να μπω μέσα να εξυπηρετηθώ;»

Εκείνη τη στιγμή μ’ άκουσε, ένα γεροντάκι, από μέσα και είπε «Από πού ήρθατε κύριε» απάντησα από τα Γιάννενα. Ταράχτηκε ο γέρος και διέταξε το θυρωρό να μας επιτρέψει την είσοδο. Παράνομα βέβαια αλλά ήταν ο πατέρας του Γενικού Διευθυντή. Ο θυρωρός ανησύχησε. Και τι θα πει ο κ. Γενικός; Ας το αυτό του είπε σε μένα.
Μέσα λοιπόν με ξαναρώτησε «Μέσα από τα Γιάννενα είστε κύριε;» όχι, απαντώ. Από το ΠΩΓΩΝΙ, από το ΓΕΡΟΠΛΑΤΑΝΟ. Και γιατί σε πειράζει να πεις από το Αλη- ζώτ Τσιφλίκι είπε γελώντας...

Κατάλαβα ήξερε τα χωριό μας. Χάρηκε, και μου εξήγησε, πως προπολεμικά, ήταν στο χωριό μας εργολάβος. Αγαπητός απ' όλους και με ρώτησε για τους παλιούς. Τι γλέντια και χορούς κάναμε στα πανηγύρια, μού είπε, με το τακίμι του κλαρινίτσα Γιώτη Ντάλλου. Έδωσε εντολή (παράκληση) στο γιο του να εξυπηρετηθούμε όλοι. Σε μένα μου 'δωσε πολλές δημοσιεύσεις του και βιβλία για το Γεροπλάτανο και για τον Γ. Ντάλλο. Γίναμε φίλοι, από τότε. Είχα αλληλογραφία μαζί του κι όλο ρωτούσε για τους παλιούς και για την κεντρική στέρνα. Είναι ακόμη μου έλεγε. Εγώ την έφκιασα... 

Την μονογραφία του Γ. Ντάλλου, ας την απολαύσουμε τώρα. Πέρασαν χρόνια, ο Σ.Κ. έφυγε από τη ζωή τα γραπτά του όμως μένουν, όπως λένε και οι Λατίνοι «verba volant, scripta manent»...
Αυτή είναι η γνωριμία μου με τον αείμνηστο Σ. Καραδήμα, έναν παθιασμένο εργολάβο για το αγαπημένο του Πωγώνι. Ας είναι αιωνία η μνήμη του.

Σωκράτης Μιχ. οικονόμου


Πηγή: Το κείμενο απο το βιβλίο του Σωκράτη Μιχ. Οικονόμου : ΕΠΙΛΟΓΕΣ -Ιωάννινα 1918

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ Χ. Κ.


 ΠΡΟΣΘΕΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Η παραπάνω ανάρτηση δημοσιεύτηκε και στη σελιδα φβ του Βασιλικού Πωγωνίου. Πολύ σημαντικά σχόλια γράφτηκαν απο τον κ. Σωτήρη Διαμαντή, που όπως μας είπε γνώρισε απο κοντά το ΓΙΏΤΗ ΝΤΆΛΛΟ . Σας τα μεταφέρω αφού αναφέρουν σημαντικές λεπτομέρειες που αφορούσαν τον άτυχο Γιώτη...

Sotiris Diamantis
...Δεν θα σχολιάσω τόσο το υπέροχο αφιέρωμα στον μακαρίτη Γιώτη Ντάλο, που το αξίζει , γιατί υπήρξε όντως ένας μάγος του κλαρίνου, όσο θα επισημάνω μερικές λεπτομερείς ,όμως πολύ σημαντικές, για την ιστορική αλήθεια...Τον Γιώτη τον είχα φίλο και γείτονα..Σε όλους τους γάμους και τα γλέντια που κάναμε στη γειτονιά μας ,τη " Γκρα'τσιτα" στο Βασιλικό,πάντα κλαρίνο παίρναμε τον Γιώτη και ποτέ άλλον.. 

Δεν θυμάμαι γλέντι που να μη μας συντροφεύουν οι ήχοι του κλαρίνου του. ..Δεν θυμάμαι να έχει φύγει από το σπίτι του στο Βασιλικό και να κατοικήσει μόνιμα αλλού ..Από την εκεί "φωλιά του" όπως ο ίδιος το αποκαλούσε" πήγαινε να λαλήσει στα γύρω χωριά,σε γάμους και πανηγύρια και μόλις τελείωνε ,γύριζε στην φαμίλια του .που έμενε μόνιμα στο Βασιλικό..? .Το ατύχημα, με το χάσιμο του χεριού του από δυναμίτη ,δεν έγινε στην περίοδο της πείνας. αλλά πολύ αργότερα ,το 1967.. .Τότε ο γιατρός του Βασιλικού ,ο Τσούκας Γεώργιος ,του έδεσε το τραύμα για να μη αιμορραγεί και τον έστειλε στο Νοσοκομείο στα Γιάννενα, διότι κινδύνευε η ζωή του. ....Όμως παράλληλα ,με τον τραυματισμό του, κινδύνευε να πάει και φυλακή,γιατί το ψάρεμα με δυναμίτη ήταν κολάσιμο. Τότε σκεφτήκαμε, πώς να τον γλυτώσουμε.. Εγώ αμέσως τον επισκέφτηκα στο Νοσοκομείο, πριν πάει η Αστυνομία και τον συμβούλεψα να πει, ότι βρήκε μια παλιά χειροβομβίδα στο χωράφι του, στο Βοϊδομάτι και εκεί που την περιεργαζοταν έσκασε και του έκοψε το χέρι του ..Έτσι και έγινε?. Όμως και ο Γιατρός ο Τσούκας συνέταξε την έκθεσή του ,κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να φαίνεται ότι έτσι επήλθε ο τραυματισμός του...Επικοινώνησε και με τους γιατρούς του Νοσοκομείου και έτσι ο Γιώτης μας, γλύτωσε τη Φυλακή.....Ποτέ δεν το ξέχασε Αυτό...Μετά, με κομμένο το χέρι του, ήταν πάντα σκεπτικός και με σκυμμένο το κεφάλι....Οι άλλοι οργανοπαίχτες ,δεν τον άφησαν αβοήθητο...Τον έπαιρναν στα Πανηγύρια και του έδιναν ένα βιολί, για να κρατάει ίσο και του έδιναν το μοιράδι του....."Τί θέλεις να σου φέρω Γιώτη μου , όταν έλθω με άδεια στο Χωριό ; " "Τί με ρωτάς αφού ξέρεις ";, Έτσι του έφερνα πάντα μπόλικα πακέτα "Σέρτικα" βαριά τσιγάρα και όταν έφευγα έκανα το ίδιο..." "Ευχαριστώ βρε Σωτήρη ,όμως τώρα δεν μπορώ να σου παίξω τη "Γκάιντα" και να σου βάνω το κλαρίνο στο αυτί, για να ξεχρεώσω αυτά που σου χρωστάω" και έβαζε τα κλάματα..Τον αγκάλιαζα και έκλαιγα και γω μαζί του...Θα τον θυμάμαι όσο ζω και όχι μόνο εγώ, αλλά και όσοι τον γνωρίσαμε και γλεντήσαμε με τους μαγικούς και παραπονια'ρικους ήχους του κλαρίνου του....😣

Μπάμπης Φλού
σε υπέρ ευχαριστώ φιλε μου για ολες τις λεπτομέρειες... Αν υπηρχε κ καμιά φωτογραφια του!!! Να εισαι παντα καλα να τον θυμάσαι.....

Sotiris Diamantis
Να μη με ευχαριστείς εσύ εγώ σε ευχαριστώ γιατί μου θύμισες τα παλιά με το τόσο γλαφυρό αφιέρωμα σου στον Γιώτη... Θα μπορούσα να γράψω περισσότερα γι αυτόν ,τόσο σαν άνθρωπο , όσο και σαν καλλιτέχνη .....Ήταν σωστός, σε όσους του φέρονταν σωστά......Του μερακλή του χορευτή, ήξερε απέξω όχι μόνο τί θα του έπαιζε ,αλλά και πώς θα τον έφερνε στα κέφια και πώςθα τον ευχαριστούσε...Θυμόταν. τους χορούς, τους σκοπούς και τα τραγούδια ,που τον άρεζαν , του διαπερνούσαν το σώμα, από το κεφάλι μέχρι τα νύχια και που έτερπαν και αγάλιαζαν την καρδιά του ...Όρθιος κοντά σου ,δίπλα σου, με όλη την κομπανία, σε μεράκλωνε με το μαγικό παίξιμό του και σε έκανε να κεντάς με τα βήματά σου το έδαφος που πατούσες ..Είχε δικό του τρόπο παιξίματος και σε μερικούς σκοπούς ήταν μοναδικός..Ένας από αυτούς που κανείς δεν το έπαιζε ούτε τον παίζει,όπως αυτός, ήταν το"" Κάτω στην Αγιά Μαρίνα και στην Παναγιά,δώδεκα χρονών κορίτσι πάει Καλογριά...Ούτε το Σταυρό της κάνει ούτε προσκυνά......" Τί να πρωτοθυμηθώ και τί να πρωτογράψω είναι τόσα πολλά.... Δεν έχω εδώ ,στο Χωριό που είμαι τώρα,κάποια φωτογραφία, γιατί τις έχω αφήσει στην Αθήνα.....Ο μακαρίτης ο Γιώργος Τσούκας, ναι ήταν γιατρός και στην Βήσσανη και με έδρα το Βασιλικό, ήταν ως Αγροτικός και στα χωριά Κεφαλόβρυσο-Λαχανοκάστρο - Άγιο Κοσμά και Ρουψιά ...Σε χαιρετώ και αν θέλεις κάτι από μένα είμαι στην διάθεση σου...😊

Μπάμπης Φλού
Γεια σας κ Σωτηρη...
Και μία ερωτηση: στη φωτογραφία που δημοσίευσα, με το κλαρίνο ειναι ο Γιωτης???


Sotiris Diamantis
Στο κλαρίνο είναι ο Γιώτης. Πίσω του λαούτο ο Γιώργο Ρούβας,αριστερά βιολί ο Γιάννη Λήτος, στο βάθος βιολί ο αδελφός της γυναίκας του από τον Γεροπλατανο Χίλιος (Αχιλλέας ) .Το ντέφι δεν τον γνωρίζω. Οι τρεις πρώτοι είναι Βασιλικιώτες....

Και πάλι ευχαριστούμε τον κ. Σωτήρη για τις σημαντικές πληροφορίες που μας έδωσε...






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.