Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2020

Ο Σπυρίδων, ο Παπαχαρίσης και οι Βησσανιώτες...διαπραγματευτές!


8 ΙΟΥΛΙΟΥ 1887-Ενδεικτικον β γυμνασιου του Δημ. Παπαχαρίση απο την Ζωσιμαία Σχολή Ιωαννίνων

Τό πείσμα του Δεσπότη....***
Είναι γνωστό τό πείσμα του θρυλικού μας Δεσπότη Σπυρ. Βλάχου, γιά τό όποιο κυρίως τόν κατηγορούν οί έχθροί του καί πού σέ πολλές περιπτώσεις γένονταν άφορμή άντιπαθειών άλλά καί μίσους άκόμα έναντίον του. Μερικοί πού τόν γνώρισαν σέ προχωρημένη ήλικία, τό χαρακτηρίζουν ώς γεροντικό πείσμα. "Οπως όμως άποδεικνυεται καί άπό τά κατωτέρω, πρόκειται μάλλον περί παθολογικού πείσματος. Γιατί τά άναφερόμενα έντοπίζονται στά μέσα του έτους 1911, οπότε ό Σπυρίδων ήταν πολύ νέος άκόμα. Τά άφηγείται δέ, ό ήδη θαλερός γέρων βησσανιώτης Κωνσ. Άναστασιάδης, άπόδημος τώρα στή Θεσσαλονίκη καί τότε μέλος τής Εκκλησιαστικής Επιτροπής Βησσάνης μέ τήν ιδιότητα τοϋ γραμματέως της, προύχων βησσανιώτης, πού ύπήρξε καί ή μοναδική άφορμή τής όργής του Δεσπότη πρός τήν έν λόγω έπιτροπή. [1]
.......//......

Κατά τά μέσα Ιουλίου του 1911, πριν τελειώσουν οί έξετάσεις τών σχολείων, ή Εκκλησιαστική Έπιτροπή Βησσάνης πού άτιοτελούσε καί τή Σχολική της Έφορία, ελαβε μιά έπιστολή άπό τόν Σπυρίδωνα διά τής όποίας συνιστούσε νά μή άνανεωθεί τό συμβόλαιο τών δασκάλων πριν συνεννοηθούμε σχετικώς μέ τήν προϊσταμένη μας Μητρόπολη.
Επειδή ξέραμε, ότι ό δεσπότης ήθελε νά μάς πάρει τόν καλλίερό μας δάσκαλο Δημ. Παπαχαρίση**** άπό τό Μεσοβούνι καί νά τόν στείλει στήν Πυρσόγιανη, στήν άκρόπολι του έλληνισμού όπως τή χαρακτήριζε, συγκαλώ άμέσως τήν Έπιτροπή καί προτείνω νά προβούμε άμέσως στήν άνανέωσι τών συμβολαίων τών δασκάλων γιά τό έπόμενο έτος. Κι αυτό, γιατί όπως ήμαστε τόσο άπησχολημένοι μέ τά γεωμοροδέκατα πού είχαμε άγοράσει τή χρονιά έκείνη, δέν μπορούσαμε νά ξετρεχόμαστε γιά νά βρούμε καινούργιους δασκάλους. Νά πούμε δέ στόν δεσπότη, ότι ή δ)γή του ήλθε άργά άφού έμείς είχαμε κάμει τήν άνανέωσι καί οτι δέν μάς ήταν εύκολο νά τήν άκυρώσωμε έκ τών υστέρων. Νά τόν φέρωμε δηλ. πρό τετελεσμένου γεγονότος.


Αφοϋ έμείναμε όλοι σύμφωνοι, έφωνάξαμε τούς δασκάλους, τούς ένημερώσαμε γιά τις άξιώσεις τής Μητροπόλεως καί συμφωνούντων κι αυτών έκάμαμε τήν άνανέωσι τών συμβολαίων γιά δλους καί χωρίς νά άργοπορίσω έκαμα καί τή σχετική άπαντητική άναφορά πρός τή Μητρόπολι. Ό δεσπότης δέν μάς είπε τίποτε...Αλλά, δταν πέρασαν καμιά δεκαριά μέρες πήραμε μιά έγγραφο πρόσκλησι του τότε Ελληνος προξένου στά Γιάννενα, πού καλούσε τρεις έπιτρόπους τοϋ χωριού μας γιά νά τούς κάμει μιά άνακοίνωσι σχετικώς μέ τό κληροδότημα Βράγγαλη πού βρίσκονταν στήν Αθήνα.

Επειδή ύποπτευθήκαμε, δτι πίσω άπό τήν ένέργεια αύτή του ελληνος προξένου πιθανώτατα θά είναι ό Σπυρίδων πού θά θέλει νά μάς τρομοκρατήσει, βάλαμε έπί κεφαλής τής άποστολής αύτής τόν μορφωμένο δσο καί πολύπειρο γέροντα ’Αχιλ. Κόντη-μέ μέλη τούς Γεωργ. Καρακιόζη καί τόν ’Αθαν. Μπούτζο, πού πήγαν στά Γιάννενα δπου παρουσιάσθηκαν στό προξενείο καί άνήγγειλαν τήν προσέλευσι τής βησσανιώτικης έπιτροπής στόν πρόξενο. Ό τελευταίος αυτός νομίζοντας δτι θά έχει νά κάμει μέ τίποτε άξεστους χωρικούς, δέν τούς δέχτηκε ουτε στήν αίθουσα ύποδοχής, ουτε στό γραφείο του άλλά βγήκε στό διάδρομο καί χωρίς καν νά τούς χαιρετήσει τούς λέγει: 

«Σείς είσθε οί Βησσανιώτες; Ξέρετε πώς σάς κάνω; Στέλνω τόν - δέν θυμάμαι ποιονου κακοποιού τό όνομα - καί σάς πέρνει τά κεφάλια δλων σας... Πρέπει νά υπακούσετε στις δ)γές του δεσπότη...».

Τότε τού λέγει ό Άχιλ. Κόντης: 

«Μήπως κ. πρόξενε μάς νομίζετε τίποτε Μπιζτουνιώτες; Είμεθα Βησσανιώτες καί δέν φοβούμεθα τις άπειλές σας. Ξοδεύομε 400 λίρες χρυσές τό χρόνο γιά τά σχολεία μας ’Αρρεναγωγειο καί Παρθεναγωγείο καί έχομε τήν άξίωσι νά διορίζωμε έμεις τό διδακτικό προσωπικό καί δχι νά περιμένωμε νά μάς στέλνει ό Σπυρίδων δποιον θέλει, κατά τό κέφι του».

Ό πρόξενος άμέσως άλλαξε συμπεριφορά καί λέγει: 

«Βλέπω δτι έχω νά κάμω μέ μορφωμένους άνθρώπους... άλλά γιατί τά χαλάσετε μέ τό δεσπότη; Κυττάχτε νά τά σιάξετε» 

καί άπεχώρησε...
Γύρισαν οί έπίτροποι στό χωριό, συνεζητήσαμε τό πράγμα, εί παν τί καί ποιό, κατελήξαμε δέ στό συμπέρασμα δτι ή μήνις του Σπυρίδωνος έξακολουθουσε καί δτι έπρεπε νά τήν άντιμετωπίσωμε μέ σύνεσι άλλά καί σταθερότητα...

Επειτα άπό λίγες μέρες, ό δεσπότης ήλθε στό χωριό γιά τό μνημόσυνο του Θωμά Ζώτου πού είχε πεθάνει στήν Πόλι, γιά τό όποιο τόν είχαν προσκαλέσει καί πληρώσει μέ τρεις χρυσές λίρες, κατέλυσε δέ στό σπίτι του Τσάκαλη. 
Τήν Κυριακή άπό του έπισκοπικου θρόνου έξεφώνισε ένα δριμύτατο λόγο έναντίον τής Εκκλησιαστικής Επιτροπής καί προσεκάλεσε τούς Βησσανιώτες νά προσέλθουν τό άπόγευμα τής ϊδιας έκείνης ήμέρας στό σπίτι τής διαμονής του πρός έκλογή νέας Εκκλησιαστικής Επιτροπής. 

Πράγματι τό άπόγευμα συγκεντρωθήκαμε στό σπίτι του Τσάκαλη πάνω άπό 100 Βησσανιώτες γιά νά γίνει ή έκλογή. Έκει παρουσία δλων άπευθύνεται σέ μένα καί μου λέγει: 

«Γιατί κύριε Άναστασιάδη προέβητε στόν διορισμό τών διδασκάλων ένώ ή Μητρόπολις σάς διέταξε νά συνενοηθήτε προηγουμένως μαζί της»; 

Του άπήντησα:

«δτι έγώ είμαι γραμματεύς καί δτι μου λέν κάνω. Δέν άποφασίζω μόνος μου άλλά όλόκληρη ή Έπιτροπή άπό συμφώνου»... 

Έσούφρωσε τό στόμα του καί δέν μού είπε τίποτε, άλλά έστράφη πρός τόν πρόεδρο τής Επιτροπής πού ήταν ό Γ. Καραγκιόζης καί του έκανε τήν ίδια παρατήρησι στήν όποία έκεινος άπάντησε: 

«Δεσπότη μου είναι πολλά πράμματα πού δέν μπορούμε νά τά πούμε έδώ για». 

«Τότε, λέει ό δεσπότης, πάμε στ άλλο δωμάτιο».

Ξεχωρίσαμε άπό τούς άλλους, μπήκαμε στήν άλλη αίθουσα, κλείσαμε τή θύρα καί τότε ό Καραγκιόζης πιάνει άπό τό λαιμό τόν Σπυρίδωνα ό όποιος τού λέει: 

τί κάνεις ώρέ Καραγκιόζη;

θά σέ γκιργκιλιάσω [σ.σ.=θα σε πνίξω...]

τοὑ άπαντάει ό Καραγκιόζης. 

«Πέρσυ, τού λέει πού οί μουλτεζίμιδες κουβαλούσαν τις βησσανιώτισες στή Βοστίνα μούλεγες, τί τά θέλεις τά γρόσιαμωρέ Καραγκιόζη, δέν άγοράζεις τά γεωμοροδέκατα γιά νά μή ύποφέρει ό κόσμος; Φέτος πού τ’ άγόρασα καί ύπόγραψα συνάλλαγμα γιά 840 λίρες χρυσές, έσύ κυττάζεις νά μέ πάψεις άπό έπίτροπο. Σ' έρωτώ λοιπόν έσένα, θέλεις γκιργκίλιασμα ή δχι;»

Σκέφτηκε λίγο ό δεσπότης καί μετά του λέει: 

«Έχεις δίκηο ώρέ Καραγκιόζη... τώρα μ’ έκοψες, θά σάς άφίκω δλους καί θά άντικαταστήσω μόνον αύτόν», 

δείχνοντας μέ τό δάκτυλό του έμένα... 

«Αμ αυτός, του λέει ό Καραγκιόζης, είναι ό σκύλος στήν έπιχείρησι γιά τά γημοροδέκατα πού έχομε. Αυτός φυλάει τά πρόβατα, αύτός κοιμάται στήν Κούλα, [σ.σ.=τόπος συγκέντρωσης των γημοροδεκάτων] αύτός παένει τά γρόσια στή Βοστίνα ένώ τόσοι κλέφτες ληστεύουν τόν τόπο.. Ποιός άλλος θά τά κάμει αύτά; ό Μπούτζος, ό Λάζος ή ό Τσούλος; (σ.σ.. οί όνομαζόμενοι ήταν τά λοιπά μέλη τής Επιτροπής). Αύτοί έχουν γρόσια καί δέν ταράζουνται άπό τό σπίτι τους άπό φόβο άπό τούς κλέφτες.» 

Ό Σπυρίδων τελικά άνεγνώρισε ώς λογικά τά έπιχειρήματα τού προέδρου μας, έπέμενε δμως στό ζήτημα Παπαχαρίση τόν όποιο έννοούσε νά τόν μεταθέσει όπωσδήποτε στήν Πυρσόγιανη. 

«Τότε, του λέει ό Καραγκιόζης, θά μέ άναγκάσεις νά πληρώσω έγώ τις 50 λίρες τό μισθό του γιατί έγώ δέν λερώνω τήν ύπογραφή μου τώρα στά γεράματα, άφού τού άνανεώσαμε τό συμφωνητικό». 

Καί άφού στό σημείο αύτό έμείναμε σύμφωνοι, άνοίγει τήν πόρτα καί φωναχτά λέγει στούς συγκεντρωμένους: 

«Κύριοι, ή Εκκλησιαστική Έπιτροπή ύπεχώρησε στις άξιώσεις τής Μητροπόλεως καί συνεπώς δέν ύπάρχει λόγος άντικαταστάσεώς της.»...

Τό ζήτημα δμως γιά μάς ήταν έκκρεμές καί έξακολουθούσε νά μάς άπασχολεί... Έτσι μετά άπό ένα μήνα, έπωφεληθήκαμε μιάς διήμερης έορτής άργίας καί καβάλλα στά μπουλάρια μας πήγαμε στήν Κόνιτσα γιά νά παρακαλέσωμε—γι άλλη μιά φορά τό δεσπότη—νά μή μάς πάρει τόν Παπαχαρίση. 
Ξεκινήσαμε λοιπόν ένα Σάββατο πρωί καί τό μεσημέρι φθάσαμε έκεί... Ξεπεζέψαμε σ’ ένα ξενοδοχείο καί τό άπόγευμα παρουσιαστήκαμε στόν Σπυρίδωνα... Μάς δέχθηκε φι- λοφρονέστατα, μάς κέρασε γλυκό, καφέ καί μάς κράτησε ώς φιλοξενουμένους τής Μητροπόλεως... Ακόμα καί τά ζώα μας παρήγγειλε καί τά έφεραν στούς σταύλους τής Μητροπόλεως.

Τό βράδυ έκάτσαμε σέ δείπνο μαζί μέ τόν δεσπότη καί κατά τήν ώρα του φαγητού, έγώ, άσυναισθήτως σάν κάτι νά έσυλλογιζόμουνα σταμάτησα νά τρώγω πρός στιγμήν, πράγμα πού άντελήφθηκε ό δεσπότης καί μού λέγει: 

«φάε μωρέ τί συλλογιέσαι;» 

«Στό χωριό μου τού- είπα λέμε ένα τραγούδι: Σάν τρώμε καί σάν πίνομε καί σάν χαροκοπούμε, κάνα καλό δέν κάνομε στή δόλια τήν πατρίδα». 

Τότε μού λέει ό δεσπότης: 

«Α... πού νά σού κάψει τήν πατρίδα... Κοιμήσου έσύ στήν Κούλα, τρέχα στή Βοστίνα καί πέρα δώθε κι δλοι καϊτερούσαν τήν πάψι σου»...

Μετά δέ τό φαγητό έπανήλθαμε στό ζήτημα πού μάς άπασχολούοε, παρακαλώντας νά μάς άφήσει τόν Παπαχαρίση, γιατί δπως ήμασταν δεσμευμένοι μέ τά γημοροδέκατα δέν μπορούσαμε νά ξετρεχώμαστε νά βροϋμε καινούργιο δάσκαλο... Ό δεσπότης δμως δέν ύπο- χωροϋσε... καί τελικά τού ύπέβαλα τήν έξής πρότασι γιά τήν όποία είχαμε συνενοηθεί προηγουμένως μέ τούς συνεπιτρόπους μου,: 

«Νά κάμετε Σεβασμιώτατε ένα γράμμα στήν Κοινότητα Βησσάνης, δπως άπό κάθε άλώνι δίνει ένα τσανάκι στάρι γιά τή Μονή Βελλάς, πού θά τό άναγνώσει τήν Κυριακή ό παπάς στήν έκκλησία. Έτσι θά μάσετε τουλάχιστον 500 όκάδες στάρι καί θά στό στείλωμε τήν ήμέρα πού θά πανηγυρίζει ή Βελλά σέ πέντε φορτώματα, τήν ώρα πού θά είναι δλος ό κόσμος έκεί μαζωμένος. Γιά νά προκαλέσωμε δέ τήν περιέργεια καί τή φιλοτιμία τών άλλων χωριών, θά πάρω καί τά κουδούνια τού Γιωρ. Κονόμου καί θά κρεμάσω άπό ένα κουδούνι στό λαιμό κάθε μουλαριού, ώστε δταν θά μπαίνουν στό μοναστήρι νά κουδουνίζουν μεγαλοπρεπώς.» 

Κι άφού δέχτηκε, τά κανονίσαμε δπως τά ζώα φορτωμένα μπούν στόν περίβολο τής Μονής στό τέλος τής λειτουργίας, δταν τό πλήθος τών πανηγυριστών θά ήταν άκόμα συγκεντρωμένο, ώστε τά ζώα κουδουνίζωντας καί φορτωμένα νά περάσουν άνάμεσα του γιά νά ρίξωμε στό φιλότιμο καί άλλους. "Ετσι δέ νά μάσει περισσότερο στάρι ό δεσπότης κ.λ.π. 

Καί άκριβώς αύτό έγινε: Διαβάστηκε τό γράμμα του δεσπότη τήν Κυριακή άπό τόν παπά Νικόδημο, μάσαμε τό στάρι, τό τοιμάσαμε, καί τήν παραμονή τού πανηγυριού τής Βελ- λάς τό φόρτωσαν σέ πέντε μπουλάρια οί Δ. Μπότσκαρης καί Χρήσ. Μποσνάκης καί τό πήγαν στή Βελλά, σύμφωνα μέ τις όδηγίες μας.. 

Οταν γύρισαν μάς διηγήθηκαν, δτι έφυγαν μέ τις καλλίτερες έντυπώσεις. Οτι δηλαδή δπως περνούσαν μέ τά ζώα φορτωμένα στή Βελλά τούς ρωτούσαν ποιί είναι καί αυτοί άπαντοϋσαν 

«είμαστε βησσανιώτες καί φέρομε 500 όκάδες στάρι δώρο τής Βήσσανης πρός τό Μοναστήρι καί τούς έπευφημούσαν: Μπράβο στούς Βησσανιώτες. 
Οτι τό μεσημέρι έκατσαν σέ γεύμα, έφαγαν, έπιαν, έχαιρέτησαν τόν Σπυρίδωνα του φίλησσν τό χέρι καί έφυγαν»...

Υστερα άπό 15 μέρες, έλαβα τήν έξής έπιστολή έκ μέρους του Σπυρίδωνος:

«Αγαπητέ φίλε κ. Άναστασιάδη. Αί ίεραί ήμίονοι άφίχθησαν αισίως. Σάς ευχαριστώ διά τήν ιδέαν σας καί τήν έξωτερίκευσιν αύτής. Ηδη τά φορτώματα άνήλθον είς 163. Έπί τώ εύτυχεί τούτο γεγονότι, σάς χαρίζω τόν Παπαχαρίση»

Κατά καθήκον δέ εύχαρίστησα καί έγώ τόν Μητροπολίτη μας «διά τήν δεσποτικήν τώ δντι χειρονομίαν του,»!

Ετσι έληξε ή μεταξύ Μητροπολίτου καί Εκκλησιαστικής Επιτροπής Βησσάνης διένεξις, πού είχε ώς άποτέλεσμα: νά γεμίσουν στάρι οί άποθήκες τού δεσπότη στή Βελλά, νά ικανοποιηθεί άπολύτως ό γραμματεύς τής Επιτροπής Κων. Άναστασιάδης καί νά παραμείνει ό Παπαχαρίσης ώς δάσκαλος στή Βήσσανη μέχρι τοϋ 1930 όπότε συνταξιοδοτήθηκε....

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:
[1] Τις σχετικές πληροφορίες καθ' ύπαγόρευσι του Κ. Άναστασιάδη, οφείλω στόν εκλεκτό στή Θεσσαλονίκη συγχωριανό κ. Νικόλαο Κοτρώτσο, τόν όποιο ευχαριστώ και άπό τής θέσεως αύτής. Ιδε καί Ήπειρ. *Αγώνα" Ίωαννίνων φΰλ. 9412.

...//...

***
Σπυρίδων Βλάχος (1873-1956)
Καταγόμενος εκ Ρουψιάς Πωγωνίου
1906-1916 Μητροπολίτης Βελλάς
1916-1949 Μητροπολίτης Ιωαννίνων
1949-19656 Μητροπολίτης Αθηνών και πάσης Ελλάδος





...//...

****
Δημήτριος Παπαχαρίσης (1871-1952)




Χειρόγραφο βιογραφικό σημείωμα που συντάχθηκε απο τον γιο του Χαρίση:


Ασημένιο μετάλλιο της Γαλλικής Ενωσης διάδοσης Γαλλικής γλώσσας για τις εξαιρετικές του επιδόσεις στη διδασκαλία της Γαλλικής  στα Εκπαιδευτήρια Βησσανης:









Καλοκαίρι 2019-μία απο τις αίθουσες του Αρρεναγωγείου Βησσάνης πήρε το όνομα "Δημήτριος Παπαχαρίσης " τιμής ένεκεν. Δεξιά ο εγγονός του τιμώμενου δασκάλου και φίλος της Βήσσανης, Δημήτρης , ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΚΑΙ ΕΥΧΑΡΙΣΟΥΜΕ ΠΟΛΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΎΤΙΜΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΠΟΥ ΤΟΥ...

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ Χ. Κ.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.