Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2019

Η κυρία Αγγελικούλα απ’ τη Μολυβδοσκέπαστο...



Ποιες πόρτες μας ανοίγεις Αγγελικούλα απ’ τη Μολυβδοσκέπαστο, ποιες πόρτες;

Πόρτες παλιές ξύλινες, σφαλισμένες απ’ τον καιρό, ταλαιπωρημένες από τη βροχή και τον άνεμο, ένα με τον κισσό και τη σταυρωμένη μνήμη που πλέκο­νται πάνω της. Με το μαντήλι σου να κρύβεις μαλλιά που ξεχύνονταν ως τη μέση και τη φωνή σου να ξυπνάει λησμονημένα τραγούδια από κείνα τα λυπη­τερά του χωρισμού και της απόγνωσης.

Και μ’ έναν χορό στα δυο -όταν το μοιρολόι σφουγγίζει τα δάκρυά του από τον λυγμό για τους απόντες, και το γυρίζει διακριτικά σε χορό-, ν’ αμπώχνεις τον καιρό, λιγοστεύοντας την απόσταση από το αντάμωμα, λιγοστεύοντας και σένα την ίδια, δίνοντας στον Μινώταυρο της ξενιτιάς χαψιές  από το δικό σου το κορμί για να μην τις πάρει απ’ τους δικούς σου.

Ποια σκέμπια σε σιγουρεύουν, ποιο θυμωμένο ποτάμι σ’ αντριεύει, ποιος άνεμος καθαρίζει τα σωθικά σου από τις πίκρες και νιώθεις λεύτερη;

Ποιος ερχομός βάζει μπουγάδα μ’ αλισίβα, καθαρίζει το σπίτι, ποτίζει τον κήπο, ανθίζει τα φυτά, κρεμάει αστραφτερές σταγόνες δρόσου στα πρωινά όνειρα καθώς καθυστερούνε στην αυλή δοκιμάζοντας ντεμπίνες από την περγουλιά; Ποια ξερικά χωράφια μετρούν τον πόνο σου γιατί το γέννημα βγαίνει λειψό απ’ τις χαλικαριές τους;


Ας είναι ευλογημένα τα νερά του ποταμού που ποτίζει τα καλαμποχώραφα κι η ζεστή μπομπότα -από τα χέρια σου ζυμωμένη και ριγμένη στο φούρνο-, ακριβή λιχουδιά, νέκταρ κι αμβροσία αντάμα. Κι όταν από απροσεξία μας έπε­φτε κανένα κομμάτι στο σιάδι, το παίρναμε διακριτικά -με ευλάβεια θάλεγα-, το φιλούσαμε και το φέρναμε προσεκτικά στο στόμα.

Ποια σεντούκια με θησαυρούς μας ανοίγεις και γεμίζει η κάμαρη μυρωδιές από φρούτα και ξεχασμένα φιλιά;

Ποιες κουρτίνες παραμερίζεις να φανούν η Νεμέρτσκα και το Πάπιγγο, αυτά τα βουνά που δεν αστειεύονται;

Κι όταν έρθει η ώρα του αποχωρισμού, πυκνή αντάρα ανηφορίζει απ’ την κοιλάδα κρύβοντας βουνά, δέντρα, σπίτια, ανθρώπους και δάκρυα και μοναχά η κραυγή -μαχαιριά της Γιαγιάς Γκαβάκως από τη Βήσσιανη ακούγεται για λο­γαριασμό όλων των Γιαγιάδων και Μανάδων της Ηπείρου: Ούι, τα σκωτοπλέμονά μου, η μαύρη κι άλαλη!



Τάσος Πορφύρης

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ Χ. Κ.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.