Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

Ενα χρονικό της Αποκριάς στη Βήσσανη...

Βήσσανη, Χοροστάσι 1904-Φωτο Γ. Πανταζίδης

...Μια γιορτή στη Βήσσανη πού έδινε μεγάλη ευθυμία, ήταν τήν εβδομάδα των Άπόκρεω, οί «Φωτιές». Ένα έθιμο παληό πού δεν είναι μόνον Βησσανιώτικο. Οι φωτιές αυτές δεν έχουν καμιά σχέσι μ’ εκείνες τ’ «Άϊ Γιαννιού» (Κλήδωνα).

Όλες τις βραδιές τής εβδομάδος αυτής και μάλιστα τά Σαββατοκύριακα, εκτός άπο τά κοινά γλέντια στά διάφορα σπίτια, εγίνοντο σε πολλές γειτονιές οί γνωστές «Φωτιές» στο ύπαιθρο, μ’ όλο τό χειμωνιάτικο κρύο, ακόμα καί χιόνι, εκτός φυσικά άν ήταν εξαιρετική κακοκαιρία. [1] Σ’ αύτές, συγκεντρώνονταν ολη σχεδόν ή γειτονιά καί εγλεντούσε και χόρευε ή νεολαία πού δεν είχε άνδρα στο σπίτι—οι άνδρες καί μάλιστα οί νέοι πήγαιναν καί διασκέδαζαν αποκρηάτικα μέ τήν παρέα τους σ’ άλλα σπίτια. Λέγοντας δέ νεολαία εννοούμε γυναικόκοσμο καί παιδόκοσμο. Έτσι, νέες, κορίτσια και αγόρια ελαφρά μασκαρεμένα πολλά, μαζεύονταν και χόρευαν, ενώ οι ήλικιωμένοι γύρω άπο μιά μεγάλη φωτιά, συμμετείχαν συζητώντας, παρακολουθούντες τούς νειούς ή καμαρώνοντας τούς δικούς τους. Σύμφωνα δέ μέ το εύθυμο άποκρηάτικο πνεύμα εχορεύοντο καί άλλοι χοροί άδόμενοι με σατυρικούς στίχους, έκτος απο τους άλλους.[2]

Οι «φωτιές» αυτές—φαινόμενο ίσως πυρολατρίας—συνώνυμες μέ νυχτερινό γλέντι υπαίθριο, παρετείνοντο πολλές φορές καί πέρα άπο τά μεσάνυχτα καί πρωτεύοντα ρόλο έπαιζαν τά παιδιά του μαχαλά. Μπορεί νά πει κανείς οτι ήταν δημιούργημά τους. Αυτά συγκέντρωναν τά άπαιτούμενα άφθονα ξύλα άπο τά διάφορα σπίτια της γειτονιάς μέ τη συγκατάθεσι των νοικοκυραίων ή καί χωρίς αυτή πολλές φορές, κρυφά, όταν έβλεπαν οτι δέν έφθαναν τά αποθέματα πού είχαν. Αυτά φρόντιζαν νά ξεχιονιστείό τόπος αν είχε χιόνι καί γενικά είχαν τήν ευθύνη καί τή μέριμνα γιά τήν επιτυχία... 

Τέτοιες φωτιές έγίνοντο στο Χασίλι του Άρμπιρου, στο Ραδιό, στου Κουνέλα, στου Χατζή, στου Γιανέξαρχου (Στουπάτικα) κ. ά. ΙΙαρετηρείτο δέ συναγωνισμός μεταξύ των μαχαλάδων, ποιός θά σημειώσει μεγαλύτερη επιτυχία άπο άποψι κόσμου καί μπρίου. Ασυναγώνιστη όμως ήταν πάντοτε ή «φωτιά» του Γιανέξαρχου, ίσως γιατί είχε κάποια σχετική παράδοσι, ίσως γιατί είχε το πλεονέκτημα νά έχει κοντά (πλησίον οικίας Δάλμα) τούς όργανοπαίκτας Καβακαίους πού έπαιζαν λαγούτο, βιολί καί ντέφι, τούς οποίους καί στήν περίπτωσι ακόμα πού θά ήταν «αγκαζέ», τούς άνεπλήρωναν άλλα μέλη τής ιδίας οικογενείας, μέ τά εφεδρικά όργανα πού βρίσκονταν πάντα στο καλύβι τους. [3] Γι αυτό τελικά συγκεντρώνοντο εκεί πολλοί άπο τούς άλλους μαχαλάδες, πού οί «φωτιές» τους είχαν σβύσει. Συνέβαινε μάλιστα πολλές φορές οί «ξενομαχαλιώτες» αυτοί, «νά πιάνουν τή στιά» σέ σημείο πού νά μή μπορούν νά κάτσουν οί «δικοί» καί τότε γιά ν’ άναγκασθούν ν’ απομακρυνθούν, οι έφορεύοντες (παιδιά του μαχαλά), ξαφνικά έρριχναν χούφτες άπο άλάτι στή φωτιά, σκάζοντας δέ το άλάτι άνάγκαζε τούς παρακαθημένους νά τραβιούνται λίγο παρά έξω άπο τή φωτιά... Κανένας όμως δέν έθύμωνε, κανένας καυγάς δέν εγένονταν, αθώα καί αυθόρμητη διασκέδασι, μακρυά άπο το κουτσομπολιό, τήν υστερόβουλη σκέψι, τή διάθεσι...

Το Σάββατο τής τελευταίας Άποκρηάς, συναγωνισμός παρετηρείτο ανάμεσα στις νοικοκυράδες, ποιά θά φκιάσει πολλά καί καλά τυρομποόρεκα, που έπειδή δέν κατηναλίσκοντο μέχρι τήν Κυριακή τό βράδυ, εδωρίζοντο ύστερα τήν Καθαρή Δευτέρα στις Τουρκογύφτισες (Ζίμπες), πού έρχονταν έπίτηδες άπο τή Βοστίνα, ξέροντας τό έθιμο...

Η νηστεία τής Μ. Σαρακοστής ήταν ολοκληρωτική, και γιά νά είναι πλήρης έπρεπε νά «ξαρτυθούν» με ιδιαίτερη φροντίδα όλα τά μαγειρικά σκεύη άπο τυχόν υπολείμματα κρέατος, τυρού κ.λ.π. Γι’ αυτό άλλωστε λέγεται και «Καθαρό Δευτέρα» ή «Καθαρό βδομάδα» κ.λ.π., άπο τό καθάρισμα δηλ. που έπακολουθούσε μετά τις Άποκρηές. 

Προφανώς άπό τό πνεύμα αύτό έν συνδυασμώ μέ μια γενικώτερη ψυχική κάθαρσι, προήρχετο καί ή συνήθεια όπως τις βραδυνές ώρες τής τελευταίας άποκρηάτικης Κυριακής, μετά τό πέρας του χορού στό χοροστάσι, γίνονται είδικές επισκέψεις μεταξύ στενών συγγενών, συμπεριλαμβανομένων άνάμεσα σ’ αύτούς καί τών άναδόχων (νούνοι). Έτσι οί μικρότεροι τήν ήλικία έπεσκέπτοντο τούς μεγαλυτέρους πού τους παρέθεταν έλαφρό καί συνήθως έκλεκτό δείπνο, φεύγοντας δέ τούς φιλούσαν τό χέρι λέγοντας «Καλή Σαρακοστή».

Χάριν τής ιστορίας τέλος πρέπει νά πούμε πώς πραγματική πανηγυρική όψι έπερνε τό χωριό, όταν επρόκειτο νά τό επισκεφθεί ό δεσπότης. Καί τούτο ήταν φυσικό, γιατί τά σκοτεινά εκείνα χρόνια μόνον ό μητροπολίτης ήταν στις καρδιές τών σκλάβων ο φυσικός προστάτης. Αύτός ήταν το μοναδικό στήριγμα, αύτός ένέπνεε όχι μόνον σεβασμό λόγω τής ιδιότητός του, άλλά καί εμπι- στοσόνη, θάρρος καί ελπίδα. Οσοι δέ είχαν τήν τύχη νά γαλουχηθούν καί μεγάλωσαν στήν άτμόσφαιρα τής εποχής έκείνης μέ τά φωτεινά καί ελπιδοφόρα κηρύγματα, τής πάντοτε επιβλητικής φυσιογνωμίας του τότε μητροπολίτου μας Βελλάς καί Κονίτσης καί κατόπιν Ίωαννίνων καί Μαλαριωτάτου Αθηνών καί πάσης Ελλάδος κυρού Σπυρίδωνος Βλάχου, αισθάνωνται πληρέστερα καί μπορούν νά έκτιμήσουν καλλίτερα, ποιά άξία είχε τότε γιά τήν περιοχή καί τί άνεκτίμητες εθνικές ύπηρεσίες προσέφερε σ’ αύτή, ο άνυπέρβλητος έκείνος ιεράρχης συμπατριώτης μας...

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Οι φωτιές συνηθίζονται σέ πολλά μέρη όχι μόνον τής Ηπείρου άλλα καί αλλού. Φέρουν όμως διάφορα ονόματα καί γίνονται αλλού τό Πάσχα, αλλού τις Άποκρηές (Βίτσα Ζαγορίου) κ.λ.π.

[2] Στή μνήμη μας διατηρούμε τούς στίχους : 

«Στής ακρίβειας τον καιρό, έπαντρεύτηκα κι εγώ. 
Ωχ καί πήρα μια γυναίκα πώτρωγε γιά πέντε δέκα...».

«Πώς τό τρίβουν τό πιπέρι τού διαόλου οί καλογέροι, 
Μέ τον κό... μωρέ μέ τον κό... κ.λ.π..

«Πώς χορεύουν τά παιδιά ρίχνουνται σάν τά τραγιά. 
Πώς χορεύουν οί γρηές ρίχνουνται σάν κοπρηές...
Πώς χορεύουν τά κορίτσια ρίχνουνται σάν τά κατσίκια...» . 

Μερικά άπο τά τραγούδια αυτά χορεύονται καί στήν νήσο Κάρπαθο τής Δωδεκανήσου.

[3] Απόγονοι τών Καβακαίων εκείνων είναι οι σημερινοί μέ τό όνομα Καβάκος ή Καβακόπουλος μουσικοί.

Πηγή κειμένου: Σπ. Στούπη: "ΠΩΓΩΝΗΣΙΑΚΑ ΚΑΙ ΒΗΣΣΑΝΙΩΤΚΑ"-τόμος 1ος






Οι φωτογραφίες (εκτός της τελευταίας) απο το Vissani Hills
Αποκριάτικα δρώμενα στη Βήσσανη (δεκαετία 50 και 60)
[Ψηφιακή επεξεργασία Χ.Κ.]

***

Αν και δεν έχουμε κάποιες ιδιαίτερες περιγραφές για τα καρναβάλια της Βήσσανης από κείμενα ή μαρτυρίες, όμως, ειδικά για τη Βήσσανη, ο Βησσανιώτης φωτογράφος Γεώργιος Πανταζίδης διέσωσε με φωτογραφικά πειστήρια την ανάμνηση τέτοιων καρναβαλικών εκδηλώσεων.

Σε μία φωτογραφία μάλιστα του 1904, ο φωτογράφος έχει επισημειώσει στη φωτογραφία τη λέξη «ΚΑΡΝΑΒΑΛΟΙ». Στη φωτογραφία αυτή φαίνεται και ένα «άρμα» με ένα αυτοσχέδιο ιστιοφόρο και επάνω παιδιά με αυτοσχέδιες ναυτικές στολές. Ο φωτογράφος επισημειώνει στη φωτογραφία και τη λέξη ΝΑΥΤΟΠΑΙΔΕΣ. Δεν ήταν χωρίς σημασία αυτή η αναπαράσταση ενός ναυτικού θέματος, σε μια καθαρά στεριανή περιοχή, με το οποίο δινόταν η αφορμή να τονιστούν, ασφαλώς εμμέσως, τα εθνικά χρώματα, του μπλέ και του άσπρου, την περίοδο της Τουρκοκρατίας, ενώ γύρω του δεκάδες παιδιά και ηλικιωμένοι φορούν υποχρεωτικά το τουρκικό φέσι...


Η φωτογραφία είναι εντυπωσιακή με την καθολική συμμετοχή των κατοίκων και τις γυναίκες με παραδοσιακές φορεσιές να χορεύουν στην πλατεία της Βήσσανης όπως ήταν τότε. Στο πλαίσιο της φωτογραφίας και οι οργανοπαίκτες με βιολί και λαβούτο.
Η φωτογραφία αυτή βεβαιώνει ότι ο καρνάβαλος ήταν μία μεγάλη παράσταση στη οποία συμμετείχαν όλοι οι κάτοικοι και κάποιοι κατασκεύαζαν ακόμη και άρματα.

Ο ίδιος φωτογράφος, ο Βησσανιώτης Γεώργιος Πανταζίδης, άφησε και μία φωτογραφία ακόμη όπου επισημειώνει τη λέξη «ΚΑΡΝΑΒΑΛΟΙ» του έτους 1904 με έναν όμιλο μεταμφιεσμένων με φουστανελοφόρους και αξιωματικούς με λοφία και παράσημα!


Στη ζώσα παράδοση έχει μείνει ένας απόηχος για αποκρηάτικες εκδηλώσεις καρνάβαλου που έμειναν ιστορικοί και αναφέρονται σαν ένα πραγματικό ξεφάντωμα στη Βήσσανη.
Παραθέτουμε αυτές τις φωτογραφίες από τη Βήσσανη ως πειστήρια μιάς εποχής και μιάς δράσης γύρω από τις αποκρηάτικες εκδηλώσεις.

Φωτο:Γ. Πανταζίδης

Στο διάβα του χρόνου μερικά ακόμη φωτογραφικά πειστήρια από την Βήσσανη δίνουν το πνεύμα και την ατμόσφαιρα της Αποκριάς και του κεφιού που επικρατούσε και μερικά στοιχεία των μεταμφιέσεων, που είχαν ασφαλώς και άλλα «θεατρικά» δρώμενα με κωμικά στοιχεία.
Μερικά περιλαμβάνονται και στη «συνέντευξη» που έδωσε ο Μήτσης Μάρης στην εγγονή του Δανάη, για το θέατρο στη Βήσσανη:

"...Οι μεγαλύτερες διασκεδάσεις γίνονταν τις αποκριές. Όλα τα σπίτια ήταν ανοιχτά. Άναβαν φωτιές στις γειτονιές οι οποίες συναγωνίζονταν ποιά θα είχε την καλύτερη φωτιά και τους περισσότερους μασκαρεμένους. Εκεί, εκτός από τα τραγούδια και το χορό άκουγες και χοντρά αστεία, σατιρικά ποιήματα, και μιμήσεις τύπων και ανθρώπων. Ομάδες μασκαρεμένων παρίσταναν και σατίριζαν διάφορες καταστάσεις και γεγονότα του χωριού, που πολύ διασκέδαζαν του χωριανούς. Η φωτιά στου Χατζή ήταν η πιο μεγάλη και το γλέντι και ο χορός και τα αστεία κρατούσε μέχρι το πρωί.

Κάθε βράδυ, για όλο το τριώδιο οι Βησσανιώτες άναβαν στα σπίτια τους φωτιές και γλεντούσαν με χορούς, ποτό και φαγητό. Ακόμη και τα φτωχικά σπίτια ήταν ανοιχτά για τους μουσαφίρηδες. Τα τραπέζια ήταν στρωμένα, με γλυκά, όπως ραβανί και μπακλαβά και με πίτες. Από τη γιορτή δεν αποκλειόταν κανείς. Άντρες και γυναίκες πήγαιναν επίσκεψη από το ένα σπίτι στο άλλο, ως το πρωί. Τα παιδιά όμως ήταν «ελεύθερα ωραρίου» μόνο το Σαββατοκύριακο.

Θυμάμαι ότι από τις καλύτερες μεταμφιέσεις είχαν ο Θωμάς Μπαλαμπάνης, ο Νίκος Λογοθέτης, ο Αλέκος Μέντζος κι ο Χριστόφορος Χριστίδης. 

Ο Μπαλαμπάνης με χιούμορ σατίριζε πολιτικούς της εποχής. Μία φορά είχε ντυθεί «Γιάγιαρης», που ήταν ένας γερουσιαστής της εποχής. Μαζί με τα ρούχα «φορούσε» και το κατάλληλο ύφος και τουπέ. 
Ο Λογοθέτης ντυνόταν πότε άντρας, πότε γυναίκα, συνήθως για να σατιρίσει χαρακτηριστικούς τύπους Βησσανιωτών. Δε θα ξεχάσω όταν είχε ντυθεί Χαρίκλω του Καβάκου. Λυτή ήταν μία απίθανη Βησσανιώτισσα που η ίδια συνήθιζε να κολλάει παρατσούκλια στους άλλους και να τους σατιρίζει. Για να καταλάβετε το ταμπεραμέντο της, όταν είχε πάει αργότερα στην Αθήνα ήθελε να συναντήσει το βασιλιά για να του ζητήσει να της δώσει ένα σπίτι! 
Άλλες συνηθισμένες μεταμφιέσεις ήταν όταν οι φίλοι ανά δύο ντύνονταν ανδρόγυνα, ή νεαρές δεσποινίδες και παρίσταναν μια ότι καυγαδίζουν, μια ότι αγαπιούνται ή ότι κουτσομπολεύουν μεταξύ τους.
Τα παιδιά φορούσαν σκισμένα ρούχα για να κάνουν τους διακονιάρηδες, κοστούμια για να ντυθούνε μπουρζουάδες, ψεύτικες καμπούρες για να μοιάζουν με τον Κουασιμόδο, ντύνονταν και τσοπάνηδες. Πολλοί ταλαντούχοι, εκτός από το να μιμούνται τους τρόπους αυτού που είχαν ντυθεί, έφτιαχναν μόνοι τους και τραγούδια, πολλά από τα οποία ήταν «καλυμμένα» μηνύματα για άλλα πρόσωπα που ήταν παρόντα...]

Και μία δημοσιευμένη ανάμνηση από Καρναβάλι στη Βήσσανη:

Νοσταλγίες: 

«Επήγαινες στις αποκρηάτικες φωτιές και η καρδιά σου πετούσε σ’ έναν χαρούμενο ονειρευτό κόσμο όταν άκουγες εκείνα τα μαγευτικά παληοτικά τραγούδια. Τραγούδια που σε κάνουν αλήθεια να νοιώσης την ζωήν να αισθανθής πράγματι ένα γλέντι»

( από δημοσίευμα στη Φωνή του Πωγωνίου φ. 20/3-3-1953)

Από αυτό το μικρό δημοσίευμα βγαίνει η πληροφορία ότι στα καρναβαλικά δρώμενα στη Βήσσανη ήταν και οι φωτιές που άναβαν γύρω από τις οποίες χόρευε και τραγουδούσε «ένας χαρούμενος ονειρευτός κόσμος». 

Για το Βησσανιώτικο αποκριάτικο ξεφάντωμα άφησε μία ενδιαφέρουσα, ποιητική μάλιστα, περιγραφή ο Βησσανιώτης ποιητής Γεώργιος Ναστόπουλος σε ποίημά του:


Αξέχαστες Απόκρηες...

Κοντεύουν οι Απόκρηες και όλα τα παιδιά 
Με ζήλο κόπο και χαρά ξύλα μαζεύανε πολλά.
Ξυλογαϊδάρες πάφορτες με ξύλα από γκορτσιές 
Ή και με κούτσουρα βαριά απ’ του Κορτσιάτση τις γραβιές.
Το τι κακό γινότανε σ’ όλους τους μαχαλάδες 
Ποιος θάχει τις καλύτερες φωτιές και μασκαράδες.
Στη ράχη του Γιαννέξαρχου στήναν φωτιά μεγάλη 
Πιο κάτω στα Χατζιάτικα, στη Βαγγελίστρια άλλη.
Από του Ντάμπα στο Ραδιό, στου Ντάκα τον Αη-Γιώργη 
Και στο χασίλι τ’ ανοιχτό κοντά στου Καραγκιόζη.

Του Παπαγιώργη ο σιάλαγκος εβούιζε τα βράδυα 
Σα βούκινο πολεμικό των Βίκιγκς στα καράβια.
Οι πιο μεγάλοι ντύνονταν γιατροί και νοσοκόμοι 
Κυρίες με τα βέλλα τους, κόμησες και βαρώνοι. 
Μουστακαλήδες μπέηδες με μπιχλιμπίδια χίλια 
Όμορφες τουρκογύφτισσες με ντέφια και παφίλια.

Μα κείνος ο Παίσιος πιο εφευρετικός απ’ όλους... 
Και τι δεν σοφιζότανε, γίγαντες και διαόλους.
Τα σπίτια μας ολάνοιχτα, γιομάτα τα τραπέζια 
Με τυρομπούρεκα, κρασιά, λογής-λογιών μεζέδια.
Καλόκαρδες νοικοκυρές δε δίσταζαν να δώσουν 
Τα ξύλα τους απ’ τις σταβιές κι’ ευχές να μας γιομώσουν.

Μα όσες τσιγκουνεύονταν να δώσουν συνδρομή 
Τις νύχτες δεν γλυτώνανε απ’ την επιδρομή...
Την Κυριακή της Τυρινής κάτω στο χοροστάσι 
Το γλεντοκόπι κι ’ ο χορός εις το ζενίθ θα φτάσει.
Κι ’ όλη η βδομάδα κύλαε ξένοιαστα μ ’ όμορφες βραδιές 
Εκείνου του καλού καιρού αξέχαστες Αποκρηές.

Γεώργιος Ναστόπουλος - από τη συλλογή "Λιανολίθαρα"

Πηγή κειμένου:Κωνσταντίνος Κωστούλας "ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΟ ΠΩΓΩΝΙ"-2008

[Βρήκαμε και το χειρόγραφο κείμενο του παραπάνω ποιήματος ΕΔΩ].Το παραθέτουμε:



Καλή Αποκριά...

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Χ.Κ.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.