Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2018

Στ' αλώνια μας...


Στη φωτογραφία: Στο αλώνι του Τέλη Τζάκου στη Βήσσανη 1955

Από δεξιά: Αγαθή Λάβαρη-Αλέκα Λάβαρη (καβάλα...)-Γεώργιος Λάβαρης
Μάρθα Αρμπιρου-Ανθούλα Αρμπιρου-Βάσω Καρύδη-Γιούλα Καρύδη
[Αρχείο Αδελφότητος]

..//..

Προυνό - προυνό τέτοιον καιρό ξυπνούσαμε όλοι στα σπίτι μας. Αλωνάρης μήνας και τάχαμε συμμάσει τα γεννήματα στ’ αλώνι.
Από τα χαράματα πήγαινε ή μάννα να ρίξει τα δεμάτια για τ’ αλώνισμα. Τέτοιον καιρό αχολογούσαν οι αλωνότοποι από τον κόσμο μας που χαίρονταν γιατί οι κόποι της χρονιάς έφταναν στο τέλος.

Πέρα ο κάμπος τής Δερόπολης ξανθοπράσινος από τα θερισμένα και τα καλαμπόκια, χαϊδεύονταν στην πρωινή αντάρα του καλοκαιριού. Ο Δρίνος καταμεσίς του κάμπου κυλούσε τα ήσυχα καλοκαιριάτικα νερά του πέρα προς τ’ Άργυροκάστρου τα μέρη. Τα χωριά της Δερόπολης δέχουνταν τις πρώτες αχτίδες τού ήλιου και ασημοαστραποβολούσαν τα τζάμια των σπιτιών από το Βουλεράτι.
Μελισολόϊ οι χωριανοί στο δρόμο για τ’ αλώνια. Βόδια, άλογα, φοράδες κατηφόριζαν να πιάσουν δουλειά στ΄ αλώνισμα. Μικροί μεγάλοι χρειάζουνται στ’ αλώνι. Εμένα μέ πέρναν κάθε μέρα, δίχως να παρακαλώ, γιατί ήμουν χρειαζούμενος. Μου έζωνε ή μάννα την ρετσινένια μπροστέλλα της στο κεφάλι, γιά την κάψα του ήλιου, μου έδινε και μιά κρανίσια βέργα, κι’ έφερνα μέ τις ώρες γύρο από τό στρόερα [1] τ’ αλωνιού μας, τον Κυριάκη και τον Κανάβη μας.
Ο Κυριάκης ήταν νιος, κι’ ή μάννα μου όλο κι είχε τη γνώμη της μη μέ μαζέψη μέ τά κέρατα, πού ήταν πελώρια σαν δυο απλωμένα χέρια, κι από τό φόβο αυτό ο παππούς μας τους είχε πριονίσει τις σουβλερές μύτες...
Ο Κανάβης είχε γεράσει ο καημένος, κι’ όλο, χρειάζουνταν το ντέ και ντέ.... από μένα.

Δίπλα μέ τ’ αλώνι μας ήταν και τ’ αλώνι τής μάλε Γιάνναινας. Η μάλε Γιάνναινα γεράματα δεν είχε καμμιά φορά, όπως ελεγε ή μάννα μου, κι ας τά είχε περάσει τά εβδομήντα. Σα νιά κοπέλλα ανακάτευε τα δεμάτια με το τρικούλι [2]. Πότε, πότε, φώναζε και τη μάννα μου:
Μώρ νύφη! τράβα το παιδί από το στρόερα... μιά χαψιά παιδί τόση ώρα στο λιοπύρι, θά τούρθη καμμιά αντράλια [3]... 
Η μάνα μου τότε, έρχονταν σ’ έμενα κι’ αρχινούσε πάλι τα παρακάλια:
Αϊντε φλωρί μου, άϊντε καρδίτσα μου εσύ να κάτσεις στον ίσκιο τής κoυτσουπιάς τώρα, να ξαποστάσης καί να πας πέρα στις κρανιές να μας φέρης κράνια...

Σαν κόντευε το μεσημέρι, να κι’ ο παππούς μου. Έρχονταν απo το μποστάνι μας το μυλοπίσω, με τη φοράδα φορτωμένη με τα ντρεβενίτσια γεμάτα κρύο νερό, απ’ τη βρύση μας και μέσα στα σακκούλια κατακκόκινες μεγάλες ντομάτες και δροσερά αγγούρια, για το μεσημεριανό μας φαγητό.
Ίσα μ’ εκείνη την ώρα ξεζεύαμε τα καημένα μας τα βόδια, κατάκοπα από το τριγύρισμα στ’ αλώνι. Αυτά σαν νιώθαν την ελευθερία τους, τρέχαν ολόϊσια κάτω απ’ τη μεγάλη φτελιά, να ξαποστάσουν στο βαθύ της ίσκιο.
Πόσο τα λυπόμουν... πλιότερο τον καημένο τον Κανάβη με τα γεράματά του.
Αϊντε συμμαζωθείτε να κάτσωμε να φάμε καήκαμε στο λιοπύρι, από τα χαράματα δεν πήρατε ανάσα... έλεγε ο παππούς σιγοανακατεύοντας τάχυρο.

Στρογγυλοκαθόμουνα εγώ πρώτος, ακολουθούσε ο μεγαλύτερος μου αδερφός πού μετά το μεσημεριανό φαγητό θα έφευγε με τα ζωντανά για τη βρύση και τη βοσκή.
Κείνη την ώρα έρχονταν κι’ η μάλε Γιάνναινα να τής γιομίσωμε το ντρεβενίτσι με κρύο νερό, γιατί το γαϊδουράκι της ήταν ανήμπορο να πάει και νάρθη στήν βρύση μες την κάψα του καλοκαιριού.
Αύριο νάρθετε και στο δικό μου τ’ αλώνι νά βοηθήσετε, μας έλεγε, τί γειτόνοι είμαστε;

Κείνη τήν ώρα όλος ό κόσμος του χωριού μας ξέζευε. Τα δεμάτια τού σιταργιού γίνονταν χνούμη [4]. Ο Νικόλας ο πιστικός είχε φέρει τα γίδια για στάλισμα στα δέντρα του «εικονίσματος». Πάνω στην κουτσουπιά τ’ αλωνιού μας τα τζιτζίκια μας έπερναν τ’ αυτιά, λές και βάζαν πείσμα ποιο θ’ ακουστή περισσότερο. Εγώ όλο και ήθελα να μου πιάση κανένα ή μάννα μου, γιατί όσες φορές κι’ αν παιδεύτηκα ποτέ δεν τα κατάφερα...

Σάν μας έπιανε τού δειλινού ο αγέρας, άρχιζε τ’ ανέμισμα απ’ άκρη σ’ άκρη στ’ αλώνια. Η χνούμη παρασύρονταν ανάλαφρα απ’ το αεράκι και το μεστωμένο σιτάρι έπεφτε ίσια στο σωρό πού το χρύσωναν οι αχτίνες τού δειλινού.
Κι’ έρχονταν ύστερα ή ώρα για το ντρυμόνισμα [5], κι’ έλαμπαν τα πρόσωπα όλων την ώρα πού φορτώναμε τον καρπό για το αμπάρι τού σπιτιού...

Από τότε πέρασαν τόσα χρόνια... κι’ όμως, νά όλα μπροστά μου τα βλέπω με τα μάτια της ψυχής μου σαν νάγιναν χθές...
Αλλά... που είναι ο παππούς; όλος κείνος ο κόσμος μας...
Έμεινε τ’ αλώνι μας, κι’ όλα τ’ άλλα καητερώντας κάθε καλοκαίρι τα γέλια, τις χαρές μας σαν και τότε... π’ άχολογούσαν τά γέλια κι’ ή χαρά, κάτω απ’ το γαλάζιο θόλο τ’ ουρανού, από τον απλοϊκό εκείνο κόσμο με την απλοϊκή του τή ζωή...
Α. Ν. Ζ.
Δημοσιεύθηκε στην  Εφημερίδα «Φωνή του ΙΙωγωνίου» το 1953
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

[1] στρόϊρας: Ο στύλος που βρίσκεται στο κέντρο του αλωνιού στον οποίο δένεται το ζώο κατά το αλώνισμα


[2] τρικούλι (ή αλλιώς Τρικράνι): Αυτοσχέδιο εργαλεία συνήθως απο κλαδιά δέντρων ή ξύλο που κατέληγε σε δύο ή τρεις άκρες και χρησιμοποιείτο  στο αλώνισμα. [Δικράνι  ή Δικούλι είναι η Ομηρική Δικλίς]


[3] αντράλια: ζάλάδα

[4] χνούμη: το λεπτό τριμμένο άχυρο

[5] ντριμόνι: Κόσκινο με χοντρές τρύπες για να χωρίζουν τον καρπό από τα άγανα ή άλλα άχρηστα σκουπιδάκια. Ο καρπός έπεφτε κάτω μέσα από τις τρύπες, ενώ τα σκύβαλα πιο ελαφριά και μεγάλα έμεναν πάνω στο ντριμόνι.

...///...

Το πίσω μέρος της φωτογραφίας που βρίσκεται στην αρχή του κειμένου:


ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Χ.Κ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.