Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

Η ντρομπολίτσα...

Είναι γνωστό πως το μυαλό του ανθρώπου, από την μικρή ηλικία, είναι σαν ένα αδειανό συρτάρι. Αυτό έχει σαν συνέπεια να γεμίζει συνεχώς με ότι καλό ή κακό συμβαίνει γύρω μας. Πράγμα που μας δίνει την δυνατότητα μελλοντικά ν’ αποφεύγουμε ανεπιθύμητες καταστάσεις, να μπορούμε να συμβουλεύουμε τρίτους και κάτι που αποζητούμε όλοι σε κάποια ηλικία, ν’ αφηγούμεθα τα γεγονότα και τα κατορθώματα των παιδικών μας χρόνων.

Λόγω καλοκαιρινής εποχής βρέθηκα και πάλι στο χωριό μας. Σε κάποιες στιγμές ανίας, αναμόχλευσα το συρτάρι των αναμνήσεων μου και σε κάποια γωνιά βρέθηκε η παροπλισμένη από πολλά χρόνια παραδοσιακή ντρουμπολίτσα. Για αυτούς που δεν την γνωρίζουν, τους πληροφορώ πως είναι ένα ξύλινο κατασκεύασμα σαν αυτό που φαίνεται στη φωτογραφία. Ήταν απαραίτητη στις περισσότερες Βησσανιώτικες οικογένειες, γιατί μ’ αυτό το κατασκεύασμα έβγαζαν το βούτυρο από το κορφιασμένο υπόξινο γάλα. Γι αυτούς όμως που τη γνωρίζουν είναι, απλά, μια δροσερή ανάμνηση, γιατί στο χωριό μας τώρα πια σπάνια χρησιμοποιείται...

Και λέω δροσερή ανάμνηση, γιατί μετά την όχι και τόσο απόλυτη αποβουτύρωση, έμενε το όξινο “γάλα” το σημερινό οξίγαλο και το τότε “σερμπέτι”, που ήταν δροσερό για τους καλοκαιρινούς μήνες και σε συνδυασμό με την μπατσαριά, γευστικό, σχεδόν απολαυστικό, από Ιατρικής πλευράς δε “γιατρικό”. Επειδή έχω την έντονη επιθυμία όταν βρίσκομαι στο χωριό μας, να ξαναζώ νοερά, έστω και για λίγα λεπτά της ώρας, στιγμές απ’ αυτές της παιδικής μου ηλικίας, προσπαθώ, και πολλές φορές έχω την τύχη και τις πραγματοποιώ.

Γύριζα από το εξωκλήσι του Αγίου Κοσμά και τελείως αναπάντεχα, ίσως με την βοήθεια του Αγίου, και λόγω του υψηλού αναστήματος μου, αγνάντεψα στη γωνιά κάποιας αυλής μια ντρουμπολίτσα. Ήταν κάτι που δεν το περίμενα, αλλά και ούτε είχα φανταστεί (μάννα εξ ουρανού που λέμε). Με μισή ντροπή δική μου και μισή της οικοδέσποινας, εζήτησα την άδεια για να ντρουμπολίσω λιγάκι, που μετά χαράς έγινε...

Παρ’ όλο που έχουν περάσει αρκετά χρόνια, μόλις έπιασα το ντρουμπουλόξυλο κατάλαβα πως δεν είχα ξεχάσει την τεχνική των ρυθμικών κινήσεων που χρειάζονται για να κτυπηθεί το γάλα. Παράλληλα όμως, το μαυλό μου γύρισε πολλά χρόνια πίσω, στο τότε μαγειρείο του σπιτιού μου, πότε με την μάνα μου και πότε με την μεγάλη μου αδελφή Ελένη, να ντρουμπολίζουν κι εγώ να παραμονεύω πότε θ’ αφήσουν για λίγο το ντρουμπουλόξυλο. Πολλές φορές γινόταν κι’ αυτό, γιατί παράλληλα έκαναν κι άλλες δουλειές όπως ήταν το ζύμωμα, καμιά μπατσαριά, ή να φέρουν ξύλα από το κατώι για το άναμα του φούρνου. Τότε κι εγώ με γρήγορες κινήσεις έπαιρνα το σκαμνί για να πατήσω, γιατί λόγω ηλικίας έπρεπε να ψηλώσω.
Με αδέξια κτυπήματα και κινήσεις, πολλές φορές το γάλα πεταγόταν έξω από την ντρουμπολίτσα που είχε σαν συνέπεια ν’ ακουστεί η φωνή “μωρέ γρουσούζικο, έχυσες όλο το γάλα” και με την απειλή της μασιάς ανά χείρας έπαιρνα δρόμο για να γλιτώσω τις παρά μία τεσσαράκοντα.

Τώρα πια, όλ’ αυτά για την δική μας γενιά και προπαντός για τις τότε γυναίκες, που γύριζαν μεσημεριάτικα από το βότανο, το κλαδί, το χορτάρι και το αλώνισμα, η λίμπα γεμάτη με το δροσερό σερμπέτι και τριμμένο ψωμί (η λεγόμενη παπάρα) έχουν μείνει σαν μια δροσερή ανάμνηση. Ποτέ, όμως, δεν θα επιθυμούσαν οι γυναίκες αυτές να την ξαναγευτούν κάτω από τις ίδιες, κατ’ ανάγκη, συνθήκες ζωής.

Οι παλαιοί νοσταλγοί και η καινούρια γενιά, ας περιμένουν τώρα υπομονετικά στο χοροστάσι τον Λάμπρο από το Κεφαλόβρυσο για ν’ αγοράσουν το ξινόγαλο που για κάθε ενδεχόμενο, πρέπει να προσέχουν την ημερομηνία παραγωγής και λήξεως. Καμιά φορά χρειάζεται να γυρίζουμε και λίγο πίσω και να διηγούμαστε στους νεωτερους τα περασμένα, όχι σαν παράπονο ή απωθημένα για τον τρόπο που μεγαλώσαμε, αλλά μόνο για σύνεση, που έχει σκοπό την χαλιναγώγηση τόσο—την δική μας, αλλά και των παιδιών μας, από την υπερκατανάλωση των βλαβερών για την υγεία μας αγαθών.

Ιωάννης Τηλ. Στούπης

Πηγή:Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα "Η ΒΗΣΣΑΝΗ"


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.