Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2020

ΤΑ (ΕΙ)ΚΟΝΙΣΜΑΤΑ...

 Έξωκκλήσια καί εικονίσματα στις διάφορες ράχες και στά σταυροδρόμια θυμίζουν τή λατρεία τής θεάς τής φύσεως μέ τά ονόματα Κυβέλη, Ρέα, Δήμητρα πού γίνονταν σέ υπαίθρια ιερά, έξω καί κυρίως στις κορυφές τών βουνών καί μέσα σέ σπήλαια.

Τά «κονίσματα» ειδικώτερα, βρίσκωνται συνήθως στις διασταυρώσεις τών όδών καί στις εισόδους καί εξόδους του χωρίου, άποτελούν δέ μέ τή γύρω περιοχή τους τοπωνύμια. Αλλοτε όμως χτίζονταν καί σέ διάφορα επίκεντρα σημεία τής υπαίθρου καί μέσα στά χωριά σέ τόπο εκκλησίας τής, όποίας έστερούν- το. Κι αυτό γιατί, όλιγάριθμοι όπως ήταν οί συνοικισμοί καί μή συγκεκροτημένοι σέ κοινότητα, δέν είχαν τή δυνατότητα ν’ άποκτήσουν κανονική έκκλησία. Έτσι τά χωριά εκείνα πού δέν είχαν παπα, δάσκαλο ή εκκλησία, γιά νά συγκροτηθούν στή χριστιανική τους πίστι, άποκτούσαν μέ τόν άπλό αύτόν τρόπο τών εικονισμάτων ένα θρησκευτικό σύμβολο πού τά συγκρατούσε σ’ αυτή. Τό κόνισμα δηλ. είναι ό πρόγονος τής εκκλησίας. Οί κάτοικοι δέ τών εν λόγω συνοικισμών έκκλησιάζοντο τότε στο πλησιέστερο μοναστήρι καί ώρισμένες μέρες μόνον τό χρόνο.

Τό κόνισμα είναι μιά τετράγωνη χτισμένη στήλη ενός καί πλέον μέτρου ύψους πού στο άνω μέρος ύπάρχει κοίλωμα μέ θυρίδα. Σ’ αυτό έναποτίθενται εικόνες 'Αγίων καί μπροστά τους άνάβουν κανδήλι καί καίνε κεριά. Οί περαστικοί κάνουν πάντοτε τό σταυρό τους κι όποιος θέλει ρίχνει τον όβολό του σ’ ένα κουτάκι πού συνήθως βρίσκεται έκεί επίτηδες. Μοιάζουν κι αύτά σάν ακοίμητοι φρουροί, μικροσκοπικοί πύργοι και σκοπιές πού περιζώνουν τά φυσικά τείχη του χωριού κι’ έχουν κάποια άναλογία πρός τάς Έρμας πού βρίσκονταν στούς δρόμους τών αρχαίων Αθηνών «ών μια νυκτί οί πλείστοι περιεκόπησαν τά πρόσωπα.» (Θουκυδ. VI. 27).

Συνήθως φέρουν τό όνομα τού κτήτορος καί κάποτε καί τό όνομα τού 'Αγίου εις μνήμην του οποίου τιμάται. Ετσι έχομε: Τό Κόνισμα τού Χατζή, Κωτσάκη, Ντέρβου, Παπαγιώργη, Κουλένη, Ντούμα, Μίχα, τον Άη Μηνά του Χαντάνου, τον Αη Νικόλα τού Βενέτη, τό κόνισμα Γκούγια κ.ά. επώνυμα κτητόρων. Στό τελευταίο κόνισμα 15' περίπου στά νότια τού χωριού γένονταν άγιασμός χάριν τών ξενητεμένων καί άκολουθούσε ό ξεχωρισμός μεταξύ τών ταξιδιωτών καί κείνων πού έμεναν στό χωριό, δίνοντας πρώτος τό πικρό φιλί τού χωρισμού ό παπάς καί κατόπιν οί άλλοι. Τό όνομα σύνθετο ίσως τούΊταλ. CΟΝ=μέ καί το;y έλλην. βία=βιαστικός. (Βλ. καί λ. «Παναβρεί»). Απαντάται όμως καί ως Γαλλικό. Κατά τον Φάνη Μιχαλόπουλο (Κοσμάς ό Αίτωλός, 1940), τά κονίσματα είχαν κυρίως άποστολή, γιά νά προσκυνούν οί χωρικοί τών μερών εκείνων πού δέν είχαν εκκλησίες, κατόπιν προτροπής τού 'Αγίου Κοσμά.

ΠΗΓΗ: Το βιβλίο του Βησσανιώτη Σπ. Στούπη "ΒΗΣΣΑΝΗ"-Κέρκυρα 1972

...//...

ΤΑ (ΕΙ)ΚΟΝΙΣΜΑΤΑ

Τα κονίσματα ήταν κάτι που ευχαριστούσε τα παιδιά, τα αγαπούσαν, τα φρόντιζαν με χαρά. Ο κάβε μαχαλάς είχε το δικό του κόνισμα. Τα Χατζάτικα είχαν κοντά στον Αη-Ταξιάρχη, τα Κο-τσακάτικα είχαμε παρακάτω από τη Βαγγελίστρα στη διασταύρωση προς τον Απόστολο, τα· Σακλαράτικα είχαν στο σταυροδρόμι μπροστά από τον Αη-Κωνσταντίνο καα συνέχεια άλλοι μαχαλάδες. Τα φρόντιζαν και τα συντηρούσαν τα παιδιά της κάθε γειτονιάς.

Τα λίγα έξοδα που χρειάζονταν τα μάζευαν την ημέρα που γιόρταζαν τα εξωκκλήσια της γειτονιάς. Π.χ. γιόρταζε η Βαγγελίστρια, τα παιδιά της γειτονιάς πρω - πρωί με τις εικόνες στα χέρια έπιαναν την εξωτερική πόρτα της εκκλησίας, από την οποία υποχρεωτικώς θα έμπαιναν όλοι. Και τα παιδάκια με την εικόνα στο χέρι, "βοήθεια για το κόνισμα, χρόνια πολλά." Το ίδιο και των Αγίων Αποστόλων στον Απόστολο, κι έτσι μάζευαν καμπόσες πενταροδεκάρες κι έπαιρναν τα απαραίτητα: λάδι, φυτίλια, σπίρτα, καντήλι... Όταν εξαντλείτο το ταμείο έβγαιναν μια βόλτα στη. γειτονιά με το κόνισμα και "βοήθεια για το κόνισμα, βοήθεια για το κόνισμα" μάζευαν κάτι.

Εμείς του κάτω μαχαλά είχαμε και ένα άλλο έσοδο. Τα πρόβατα τα διαβατάρικα. Τότε όλα τα κοπάδια το χειμώνα κατέβαιναν στη Σαγιάδα Ηγουμενίτσας. Τον Οκτώβριο περνούσαν για κάτω. Πολλά κοπάδια, πάρα πολλά, — τώρα δεν είναι πολλά πρόβατα και τα περισσότερα τα μεταφέρουν με αυτοκίνητα— Εμείς μόλις βλέπαμε κοπάδι να περνάει, αυτόν τό δρόμο ακολουθούσαν, τρέχαμε στό κόνισμα και με τις εικόνες στο χέρι. «Βοήθεια για το κόνισμα, βοήθεια για το κόνισμα, ώρα σας καλή, καλό χειμώνα». Τρ ίδιο και τον Απρίλη που γύριζαν, μας έδειναν οι βλάχοι, κάτι μαζεύαμε.

Τη φροντίδα την είχαν τα μεγαλύτερα παιδιά. 'Οταν έφευγαν αυτά παρέδιδαν στους μικρότερους και ούτω καθ’ εξής.

Τα τελευταία χρόνια που δεν είχαν μείνει καθόλου παιδιά, το κόνισμά μας το φρόντιζε η καημένη η Αγαθή του Κωτσάκη που τη βρήκε πεθαμένη ο Μήτσιος ο Ρούκας. Τώρα δεν ξέρω τι γίνεται, μάλον παρατημένα εντελώς θα είναι όλα. Σε κάποιο είδα και την πόρτα πεσμένη. Και τα κονίσματα, η χαρά των παιδιών, την ίδια τύχη, έχουν, ρημάζουν τα πάντα ένα - ένα.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΕΣΣΗΣ

ΠΗΓΗ: Εφημερίδα "Η ΒΗΣΣΑΝΗ" -Τ 27-Μαϊος -Ιούνιος 1992

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ Χ.Κ.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.