Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2018

Μία φωτογραφία-μία ιστορία:Εκδρομή στη Νεμέρτσικα - 1935


[Διηγείται ο Παντελής Άρμπιρος -1991]

Το 1935 πραγματοποιήσαμε εβδομαδιαία εκδρομή στη Νεμέρτσικα με τους εξής χωριανούς: 1) Παντελής 'Αρμπυρος υποφαινόμενος, 2) Παντελής Κ. Σακελλάριος, 3) Παύλος Τζάκος μακαρίτης, 4) Στέφανος Βοσινάκης μακαρίτης, 5) Χάγχας, 6) Νικ. Παπαγεωργίου, 7) Ανδρέας Πατσούρας, 8) Παντελής Βαϊμάκης, 9) Ευάγγ. Ράπτης, 10) Απόστ. Τσούλος μακαρίτης, 11) Στεφ. Γούναρης μακαρίτης, 12) Αθ. Μέντζος μακαρίτης, 13) Μιχοβασίλης Μέντζος μακαρίτης και 14) Ιορδάνης Παπαζώτος, εν όλω 14.

Ξεκινήσαμε απ’ το χωριό το πρωί 1η Σεπτεμβρίου 1935 φθάνοντας στη Νεμέρτσικα και νυν όρος Μερόπη, 2.500 μ. υψόμετρο, το μεσημέρι στο Κόκκινο με την ομώνυμη βρύση ένθα και κατασκηνώσαμε. 50 μ. παραπάνω είναι οι πηγές Μπαλάματα όπου υδρευόμεθα, δεν επιάστηκε όμως όλο το νερό αφού από το φρεάτιο στο κτίσμα τρέχει νερό σαν το χέρι χώρια από πάνω στον άμμο, το είδαμε το ’70 που επήγαμε επί τούτου 7 άτομα με το Βαγγ. Μπάσιο Πρόεδρο και την Ζαραβίνα. Αν όμως το πιάσουν όλο τώρα που πηγαίνει ο δρόμος ως εκεί μας φθάνει. Άλλα 50 μέτρα παρακάτω είναι άλλη πηγή, η Βρόσινα, που το παίρνουν όλο τον Τσαραπλανά. Τώρα γυρίζουμε πάλι στην εκδρομή, είχαμε μαζί μας 5 ζώα φορτωμένα με τρόφιμα και βελέντζες, καθώς και το Τζελάλη που τα έσερνε και όταν ξεφορτώσαμε τα γύρισε καβάλα στο χωριό και σ’ εφτά μέρες τα ξανάφερε για την επιστροφή.
Εμείς δε αμέσως επιδοθήκαμε στην κατασκευή 2 σκηνών, μια με μεγάλο μουσαμά που χώρεσε 10 και την άλλη που χώρεσε 4, αυτά για τη βροχή, αλλ’ ευτυχώς σε όλο αυτό το διάστημα δεν έβρεξα καθόλου. Είχαμε όλο λιακάδες, καθόλου κρύο παρ’ όλο που είχαμε πάρει όλοι γιάμπολες [1] γιατί μας έλεγαν κάνει κρύο τη νύκτα, ξεσκεπαστήκαμε από τη ζέστα. Σ’ όλο δε αυτό το διάστημα επεράσαμε πολύ καλά έναν ύπνο ανάλαφρο σε τόσο υψόμετρο που εχόρταινες ύπνο με λίγες ώρες. Γιαυτό έχω την εντύπωση ότι αν γίνονταν εκεί ένα τουριστικό ξενοδοχείο θα πλημμύριζε στον κόσμο όλο το χρόνο, πρώτος θα πήγαινα εγώ. Τώρα που έγινε και ο δρόμος το ευχόμαστε.

Ξαναγυρίζομε εκεί που κατασκηνώσαμε, δίπλα είχαν καλύβα 2 τσοπαναραίοι. Από το Κεφαλόβρυσο ο ένας ήταν εκεί, ο άλλος στα πρόβατα, και μόλις είδε το Βοσινάκη τον εγνώρισε αφού τον είχε Διμοιρίτη στο Στρατό (Ανθ/γό) και άρχισε να φωνάζει στον άλλο "ώ λάη Δημουλά άη κουλιά βίνε Ντελαμπουσινάκα Ντελαδιμοιρίτα!!!", δηλαδή νάρθει ν’ ανταμώσουν το Βοσινάκη το Διμοιρίτη. Άκουσε και ήρθε. Χαιρετίστηκαν, τον αγαπούσαν επειδή ο Στέφανος ήταν μαλακός και δεν τους τιμωρούσε. Γιαυτό την άλλη μέρα που βάλαμε μπροστά το μαγείρευμα, με μάγειρα το μακαρίτη Παύλο Τζάκο που μας έφκιανε νόστιμα φαγητά, καθώς και ντοματοσαλάτες εφίλεψαν το Διμοιρίτη τους τα παιδιά αυτά τιμής ένεκεν μια λίμπα σιλύρα [2] νοστιμότατη, που την είχαν μέσα στο κατσούπι (ασκί) εμείς δε τους ανταποδώσαμε μια λίμπα ντοματοσαλάτα. Πως την έτρωγαν τα καημένα κραπ - κρουπ, με τι βουλιμία, σαν τα γίδια. Αυτό επανελήφθη πολλές φορές γιατί μας άρεσε κι εμάς, πολύ νόστιμη, η σιλύρα, αφού τώρα που τη θυμήθηκα έλεγα νάχα λίγο. Το πρώτο δε βράδυ είχαμε σύνθημα με το χωριό ν’ ανάψουμε φωτιά, σημείον ότι φθάσαμε, όπου πράγματι επήγαμε 5-6 στο απέναντι βουνό που φαίνονταν το χωριό κι ανάψαμε φωτιά μεγάλη που την είδαν απ’ το χωριό κι όταν ήρθαμε μας έλεγαν.

Όσοι δε είμασταν κυνηγοί είχαμε πάρει και τα ντουφέκια μας. Το πρώτο βράδυ εφυλάξαμε και σκοποί, γιατί ακούγονταν κλέφτες. Ένα βράδυ που καθίσαμε καρτέρι μόνο ο μακαρίτης ο Γούναρης εβάρεσε ένα λαγό. Την άλλη μέρα τον βάλαμε στη σούβλα να τον ψήσωμε κι’ αυτός μαύριζε. Θα καίγονταν αν δεν τον βγάζαμε να τον φτιάσωμε με πατάτες που έγινε νοστιμότατος....

Και οι μέρες περνούσαν ήρεμες και ευχάριστες, δεν εχορταίναμε φαΐ τόσο χωνευτικό ήταν το νερό, ευτυχώς είχαμε τον Παύλο που μαγείρευε πολύ νόστιμα, το πρωί μας έκανε τραχανά, το μεσημέρι και βράδυ φαΐ. Είχαμε πάρει όλοι από ένα ψωμί και τυρί που μας έφθασε ως το τέλος. Ωραίο κουμάντο, δεν μας έλειψε τίποτε. Μια μέρα πήγαμε κυνήγι φθάνοντας ως το Μποτσικό και νυν Πωγωνίσκος, κάτι μας έβγαλαν τα ζαγάρια αλλά δεν μπορέσαμε να ντουφεκίσωμε. Εκεί είδαμε το χωριό με 15 σπίτια καλά μελίσσια, πολλά καλαμπόκια στο οροπέδιο που υπάρχει, και τις γυναίκες με τα σεγκούνια και τις βαλέρες ζαλωμένες που έπαιρναν νερό από τη βρύση, εκεί έχει και μοσφακίδι [3] πολύ γιαυτό είχαν μελίσσια. Επειδή όμως θέλαμε να φάμε και κρέας στο βουνό αγοράσαμε ένα κατσίκι από τους Δημολάδες που μας τόσφαξαν και φάγαμε δυο μέρες. Μέσα δε στον πατσιά είχε  αγριόγραβλα από τις γραβλιές [4] που υπάρχουν εκεί επάνω και δεν ωριμάζουν ποτέ. Όταν δε ήρθε η μέρα του γυρισμού έφθασε ο Τζελάλης με τα ζώα. Εφορτώσαμε όλο το μόμωλο  όπως έλεγαν οι παλιοί τις αποσκευές. 
Ο μακαρίτης ο Στέφανος μόλις είδε το γομάρι του τόπιασε απ’ τ’ αυτιά και του έλεγε τι κάνει η μάνα, καλά είν’ ο πατέρας, κι εμείς γελούσαμε που τον ακούγαμε. Πολύ καλό παιδί, επήγε τσάμπα. Είχε πάρει κρυολόγημα στον πόλεμο και με την πείνα τον εγύρισε στην φυματίωση. Και επειδή ήταν όμορφος τον είχαν αγαπήσει πολλές κοπέλλες, ήταν σαν ο Κώτσιος, σ’ αυτό βέβαια δεν υστερούσαμε κι εμείς εξόν και το τραγούδι με την κοντούλα λεμονιά.
Το βράδυ εκοιμηθήκαμε στη Μέβγεζδα, και την άλλη μέρα ήρθαμε στο χωριό γενόμενοι 
ενθουσιωδώς  δεκτοί παρά των κατοίκων σαν άλλοι μύριοι του Ξενοφώντος...
Αυτά προς το παρόν...


ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΑΡΜΠΙΡΟΣ


ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:
[1] Γιάμπολη=κουβέρτα
[2] Σιλύρα=υποπροϊόν γάλακτος
[3] Μοσφακίδι=φασκόμηλο
[4] Γραβουλιά=άγρια κορομηλιά-κουμπουλιά

Πηγή: Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα "Η ΒΗΣΣΑΝΗ" Αρ. φύλλου 23-Οκτ-Νοέμβρ. 1991. Η φωτογραφία απο το αρχείο της Αδελφότητος Βησσανιωτών.


 Τό πίσω μέρος της φωτογραφίας που αναφέρει τους ..."πρωταγωνιστές" της εκδρομής. 



Η χειρόγραφη επιστολή του Παντελή Αρμπιρου [Αρχείο Αδελφότητος]

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ-ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ: Χ.Κ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.