Φιλολόγου
1. Τοπογραφικά - Σύνδεση με το παρελθόν
Το Βασιλικό (παλιά Τσαραπλανά) καταπράσινο την Άνοιξη, κάτασπρο το Χειμώνα, ξαπλωμένο νωχελικά στα ριζά της Ομάλιας, είναι από τα παλιότερα κεφαλοχώρια της επαρχίας Πωγωνίου.
"Τσαραπλανά εις τας υπωρείας ιδίας ράχεως Ομαλής καλουμένης, μεταξύ κατασκίων υψωμάτων, κλίμα τερπνόν και υγιεινόν έχοντα. Διαιρείται εις 4 συνοικίας. Γκράτσιτα, Άγιον Μηνάν, Μεσσαίαν, ένθα και τα δημόσια κτίρια και Μαυρίκη".
(Ηπειρωτικά Μελετήματα, Τεύχος 7ο Πογωνιακά 1889, σελ. 8).
Βρίσκεται βορινά των Ιωαννίνων, 60 περίπου χιλιόμετρα από την πόλη, έχει υψόμετρο 850 μέτρα και πριν από το 1940 αριθμούσε πάνω από 300 οικογένειες μόνιμα εγκατεστημένες σ’ αυτό. Πριν από τον ελληνοϊταλικό πόλεμο το χωριό έσφυζε από ζωή. Το προαύλιο του Δημοτικού Σχολείου φιλοξενούσε πάνω από 100 παιδιά και οι παιδικές φωνές, συνταιριασμένες με τα κελαδήματα των πουλιών, γέμιζαν τον αέρα κι έδιναν μια νότα αισιοδοξίας στους ανθρώπους.
Το χωριό, καταπράσινο από λογιών-λογιών οπωροφόρα δέντρα, περιβάλλονταν από καστανόξανθα αμπέλια που σαν ανταμοιβή στον κόπο, χάριζαν στους κατοίκους το γλυκό καρπό τους. Την εποχή του τρύγου όλο το χωριό εξορμούσε στ’ αμπέλια με φωνές, τραγούδια και γέλια και τα σπίτια και οι αυλές ερήμωναν για λίγες μέρες. Αξέχαστες εποχές που έχουν περάσει ανεπιστρεπτί! Εδώ και πολλά χρόνια έχουν εγκαταλειφθεί - συντέλεσε σ’ αυτό και η φιλοξήρα - και τώρα ο επισκέπτης βρίσκεται μπροστά σ’ ένα άγνωστο τοπίο που δε θυμίζει τίποτα από τους παλιούς αμπελώνες.

Την παλιά εκείνη εποχή στο Βασιλικό, όπως και στα περισσότερα χωριά του Πωγωνίου, έμεναν μόνιμα, Χειμώνα-Καλοκαίρι, μόνο οι γέροι, οι γυναίκες, τα παιδιά και ελάχιστοι νέοι. Οι άνδρες επιζητούσαν καλύτερη τύχη σε ξένους τόπους. Όταν το αγόρι γίνονταν 16 ή 17 χρονών είχε δύο επιλογές, δύο δρόμους να ακολουθήσει. Ή έπρεπε να ταξιδέψει για ανεύρεση εργασίας ή να αδράξει το αλέτρι και την αξίνα και να γίνει γεωργός. Το τελευταίο πολύ λίγοι νέοι το ακολούθησαν, όχι γιατί δεν εκτιμούσαν το επάγγελμα του γεωργού αλλά γιατί τα λιγοστά χωράφια, ποτισμένα με άφθονο ιδρώτα και πολύ κόπο, έδιναν λίγο καρπό, που δεν επαρκούσε για τη συντήρηση της πολυμελούς τότε οικογένειας. Έτσι τα περισσότερα αγόρια ταξίδευαν ή στο εξωτερικό (Κωνσταντινούπολη, Αίγυπτο) ή στο εσωτερικό (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, κ.α.). Η υπόλοιπη οικογένεια παρέμενε στο χωριό. Μετά από λίγα χρόνια το αγόρι, άντρας πια, γύριζε στο χωριό, παντρεύονταν, και το νέο ζευγάρι δημιουργούσε το δικό του σπιτικό. Πολύ γρήγορα όμως, με σπαραγμό καρδιάς και με άφθονα δάκρυα έρχονταν η ώρα του αποχωρισμού. "Ο ζωντανός ο χωρισμός παρηγοριά δεν έχει".