Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2018

H Mπύρω μολογάει: "τραγούδια του γάμου στη Βήσσανη Πωγωνίου"


Τά τραγούδια κι ο Χορός αποτελούν το κορύφωμα τής ομαδικής χαράς των ανθρώπων. Προ πάντων στα χωριά, πού ο κύκλος είναι πιο στενός και οι άνθρωποι συνδέονται πιο στενά (συγγενικά η φιλικά) από τα μικρά τους χρόνια. Στα χωριά δίνεται ή ευκαιρία να σμίξουν —να ανταμώσουν — πολλές φορές στους γάμους, στα βαφτίσια, στα πανηγύρια και στις ονομαστικές γιορτές κι' εκεί να εκδηλώνουν την ομαδική χαρά τους με το τραγούδι και το Χορό.

Τραγουδούν και χαίρουνται. Τραγούδια βγαλμένα από την ψυχή του Λαού. Τραγούδια, πού ομορφαίνουν τον άνθρωπο, πού στολίζουν την ψυχή του με ευγένεια και καλοσύνη. Τραγούδια, πού αποτελούν ύμνους προς το Θεό - Δημιουργό. Προς την όμορφη Φύση. Γεμάτα ενθουσιασμό, πίστη και παλληκαριά.

Αυτά αποτελούν τη μεγαλύτερη κληρονομιά του Έθνους μας, τής Φυλής μας. Με τα τραγούδια αυτά έζησαν οι Πρόγονοί μας " Ε λ ε ύ θ ε ρ ο ι "  όλα τα χρόνια της πικρής σκλαβιάς κι ανδρώθηκαν και γέμισαν την ψυχή τους με ψυχική δύναμη και υγεία —δύο πράγματα απαραίτητα για την κοινωνική ζωή— δυο σπάνιες αρετές του ανθρώπου, για να μας τα κληρονομήσουν αυτούσια, ζωντανά, αμόλυντα...
Ο Χορός και το Τραγούδι ανταμώνουν τούς ανθρώπους και τούς ενώνουν ψυχικά — άρρηκτα — άδελφικά..."


Νικόλαος Θ. Υφαντής
...//...

Του μουσικού-λαογράφου 
Παντελή Καβακόπουλου
(καθ' υπαγόρευση της Ερωφύλης Παπαζώτου 
ή όπως ήταν γνωστή με το όνομα Μπύρω, ετών 75)

Την επισκέφθηκα πέντε φορές στο σπίτι της, στους Αμπελόκηπους της Αθήνας όπου και ηχογράφησα ένα σεβαστό αριθμό τραγουδιών (πάνω από εκατό). Η πρώτη φορά ήταν στις 4 Φεβρουάριου 1978 και η πέμπτη, και τελευταία, στις 29 Μαρτίου του 1978.

Παλαιότερα, στη Βήσσανη της επαρχίας Πωγωνίου, του νομού Ιωαννίνων, οι γαμήλιες διαδικασίες άρχι­ζαν την ημέρα Πέμπτη, κατά την οποία οι γυναίκες, που ζύμωναν τα ψωμιά, τραγουδούσαν το τραγούδι: 


Ανέβαινε προζύμι 
κατέβαινε σκαφίδι 
κοράσια το ζυμώνουν 
με μάνα, με πατέρα, 
μ ’ αδέρφια, μ’ αξαδέρφια.

Κατά την ημέρα της γαμήλιας τελετής, όταν ξεκι­νούσαν να πάρουν τη νύφη, στο προαύλιο του σπι­τιού του γαμπρού, αρμάτωναν το άλογο. Στόλιζαν το χαλινάρι με δυο κόκκινες φούντες από τις δυο πλευρές της κεφαλής του αλόγου. Ακόμη, στόλιζαν και το σαμάρι μ’ ένα ομορφοστρωμένο χρωματιστό χαλί, που το έδεναν με μια κόκκινη ζώνη περνώντας το κάτω από την κοιλιά του αλόγου. Πάνω του έβα­ζαν ένα δισάκι μέσα στο οποίο έβαζαν, στον ένα σάκο, ένα ψωμί και στον άλλο, μια «τσίτσα»[1] κρασί, που θα το παρέδιδαν στο συμπεθεριό της νύφης. Στο ίδιο δισάκι, έβαζαν αντίστοιχα, από το σπίτι της νύ­φης, ένα ψωμί και μια «τσίτσα» κρασί, που θα το παρέδιδαν στο συμπεθεριό του γαμπρού. Το άλογο το καβαλούσε ο βλάμης, ένας από τους φίλους του γαμπρού ή ένα μικρό παιδί, όπως μας πληροφορεί η ίδια.

Τα ψωμιά τα έκοβαν τη δεύτερη ημέρα του γάμου. «Κατά το έθιμο», ο γαμπρός και η νύφη τραβούσαν, (με τα χέρια τους, ο καθένας προς το μέρος του), την κουλούρα και όποιος έπαιρνε το μεγαλύτερο κομμά­τι θεωρείτο πως έχει και το μεγαλύτερο σόι.

Έξω από την πόρτα του σπιτιού του γαμπρού, οι γυ­ναίκες τραγουδούσαν το τραγούδι:


Άλογο στρωμένο, χώρι [2 ]αρματωμένο, 
θέλει να κινήσει, να ξεπροβοδίσει.
Κίνα δεντρί μου κίνα, κίνα κυπαρίσσι, 
να πα’ να φέρ’ ς τη νύφη, με φούντα καριοφίλι.

Άι καλέ γαμπρέ, κι αρματωμένε, 
π’ αρματώνεσαι και που πηγαίνεις. 

Κάστρο βούλουμαι, χωριό να πάνω,
κι όλοι διάλεγαν σπαθιά και κόρες, 
κι’ εγώ διάλεγα την κάλια κόρη, 
τη βεργόλιγνη, τη μαυρομάτα.

Στο δρόμο, όταν πήγαιναν να πάρουν τη νύφη τρα­γουδούσαν το τραγούδι:


Πήγαινα το δρόμο-δρόμο, 
βρήκα μια μηλιά στο δρόμο.
Με τα μήλα φορτωμένη 
με τα ρόδα τσακισμένη.
Κ’ άπλωσα να πάρω μήλο 
κ’ η μηλιά μ’ αντιλογήθη:
Μη μου παίρν’ς εμέ το μήλο 
γιατί τα ’χω μετρημένα 
στο δευτέρι [3] περασμένα.

Όταν ξεπροβόδιζαν τη νύφη από το σπίτι της τρα­γουδούσαν:


Έβγα θείο ν’ έβγα, 
έβγα απ’ τις αυλές σου 
σύρε στις δικές σου.
Ν’ αποχαιρετίσεις, 
την καλή τη μάνα 
τον καλό πατέρα.
Τα γλυκά τ’ αδέρφια 
τα πρώτ’ αξαδέρφια.

Όταν έφθαναν στην εκκλησία για τα στέφανα, τρα­γουδούσαν τρεις φορές το τετράστιχο «Εκκλησιά μου κουκλουτή»:


Εκκλησιά μου κουκλουτή [4]
κουκλουτή καμαρωτή.
Όπως δέχεσ’ τα κεριά σου 
δέξου και τα νιόγαμπρά σου.

Μετά τη στεφάνωση, στο δρόμο προς το σπίτι του γαμπρού, έλεγαν το τραγούδι:


Τρέχουν τα νερά, τρέχουν και οι βρύσες, 
τρέχ’ η αρχοντιά να ιδούν τη νύφη.
Τ’ αρχοντόπουλα να τη ρωτήσουν, 
νύφ’ τ’ έφερες του πεθερού σου [9] 
νύφ ’ τ’ έφερες της πεθεράς σου.
(Εδώ δημιουργείται κάποιο κενό στο κείμενο και τη μελωδία) και συνεχίζει:
Σήμερα η πεθερούλα σου νυφούλα μου, 
τους δρόμους εκαθέριζε νυφούλα μου, 
και ρόδα τους εγέμιζε νυφούλα μου.
Ακούς κυρά νύφη 
τι μολογάει το γράμμα, 
τι μολογάει το γράμμα, 
τι λέει το Βαγγέλιο.
Τίμα τον πεθερό σου,
τίμα την πεθερά σου,
Για να ’σαι τιμημένη 
στον κόσμο ξακουσμένη.

Όταν έφθαναν στο σπίτι του γαμπρού, καλωσόριζε η πεθερά τη νύφη, και οι γυναίκες τραγουδούσαν: 


Έβγα πεθερά στη σκάλα 
με το μέλι με το γάλα, 
με το μέλι με το γάλα, 
με τη ζάχαρη στα χέρια.

Όταν το πρωί της Δευτέρας ξεπροβόδιζαν τους συμπε­θέρους, έλεγαν τα τραγούδια:


Μια χαρά σε σένα νύφη, που ξεπροβοδάς τους φίλους, 
με χαρές και με τραγούδια, και του Μάη τα λουλούδια
Καλά που μας θυμίσατε για να ’ρθωμε στο γάμο, 
που ξέρω γω παινέματα, τσι νύφης για να κάνω.

Ν’ αρχίσ’ από τα πόδια της, να βγω στην κεφαλή της 
και να της πω παινέματα, που έχει το κορμί της.

Να πω για το κεφάλι της, γλάστρα ’ναι με τις βιόλες, 
χίλιες κοπέλες στο χορό, τις νοστιμίζει όλες.

Να πω και για τα φρύδια της, οπού ’ναι σαν αβδέλες, 
αυτή είναι ομορφότερη απ’ όλες τις κοπέλες.

Να πω και για τα μάτια της, θα ’σκιμ’ τις γαλάτες [5]
σ’ όποιον κι αν ρίξουνε ματιά, τον κάνουνε κομμάτια. 

Να πω και για τη μύτη της, οπού ’ναι σαν κοντύλι [6]
οπού την έχ’ ο βασιλιάς, και γράφει με εκείνη.

Να πω και για το στόμα της, σαν ζαχαρένιο μήλο, 
οπού το είχε ο Χριστός και δίδαχνε με κείνο.

Να πω και για τη γλώσσα της, την αηδονολαλούσα, 
οπού την είχαν τα πουλιά σκοπό και κελαηδούσαν. 

Να πω και για τα δόντια της, τα ομορφοκαμωμένα, 
οπού τα είχε ο Θεός με τέχνη φυτεμένα.

Να πω και για το πρόσωπο, που είναι σα φεγγάρι, 
να τη χαρεί η μανούλα της κι ο νιος που θα την πάρει.

Στο Γρεβενό στο Γρεβενό, έλα ματάκια μ’ έλα εδώ, 
στον έμορφο τον τόπο σαμογλυκή μ'  αγάπη.
Που κελαηδούν οι πέρδικες κι αντιχοτούν [7] τα πλάϊα.
Στα πλάϊα πάνου έβαζα και στα πηγάδια βρόχεια. 
Πάει η πέρδικα να πιει νερό και πιάστηκε στο βρόχι. 
Αφήσμ’μ’ αφήσμε κυνηγέ να σου γλυκολαλήσω, 
κι ως που την άπιε [8] ο κυνηγός τα ’έχει και τον γελάει. 



[Οι φωτογραφίες απο το αρχείο της Αδελφότητας]

ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ: Τό παραπάνω κείμενο του πολυβραβευμένου Βησσανιώτη μουσικού και λαογράφου Παντελή Καβακόπουλου, το βρήκα στο περιοδικό "Χοροστάσι" Τεύχος 22 Ιαν.-Φεβ.-Μάρτιος 2008.


Μέρος των  αφηγήσεων της πολύ αγαπητής σε όλους μας αείμνηστης Μπύρως στον Παντελή Καβακόπουλο, τις βρήκα στο συνοδευτικού CD του βιβλίου του "ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΜΟΥΣΙΚΟΛΟΓΙΚΩΝ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΩΝ 1954-2008". Οι αφηγήσεις αυτές (χαρακτηριστική η "στεντόρεια" φωνή και η Βησσανιώτικη προφορά της Μπύρως) αποτέλεσαν το κύριο υλικό του video που σας παρουσιάζω...




ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ:

[1]. τσίτσα: δοχείο νερού ή κρασιού για το χωράφι, στρογ­γυλό παγούρι ξύλινο ή μεταλλικό.
[2]. χώρι: χωριστά.
[3]. δευτέρι: σημειωματάριο, τετράδιο μικρού μεγέθους.
[4]. κουκλουτή: στρογγυλή, όμορφη σαν κούκλα.
[5]. γαλάτες: όμορφες σαν το γάλα.
[6]. κοντύλι: μολύβι.
[7]. αντιχοτούν: αντηλαλούν.
[8]. άπιε: έπιασε.

ΔΙΑΒΑΣΕ ΕΠΙΣΗΣ:https://adelfotitavissanis.blogspot.com/2013/04/blog-post.html


ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ Χ.Κ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.