Κυριακή, 7 Αυγούστου 2016

Ήλια Σαμαράς-«τίνος είναι τό σαμάρι!»

Του Σταύρου Π. Καραδήμα

Γυρίζοντας χωρίς επιστροφή «φευ» ο χρόνος, μου ήλθε στή μνήμη ένας καλός γραφικός τύπος, πού γυρνούσε καί δούλευε στα χωριά. Ήταν ο Ήλια Σαμαράς. 
Κατάγονταν απ' τή πανέμορφη Σωπική, χωριό του Πωγωνιού, πού άπ’ τήν «έντιμη!!! συναλλαγή» των τρανών της γης, έμεινε στ’ Άρβανίτικο. Είχε φυσιογνωμία αγαθού άντρα, άλλα ήταν εξυπνοπονηρός, καταφερτζής μέ λαϊκό χιούμορ πού κυλούσε αβίαστα άπ’ τά χείλη του. Αφησε στά χωριά ανεξίτηλα σημάδια άπ’ τούς μεσελέδες, σιακάδες καί τις γλυκερές θύμησες πού μολογούσε, πού αληθινά σέ ποσότητα ήταν, ολόκληρος γαλαξίας, ανεξάντλητος…

Ό ’Ήλια Σαμαράς άριστος τεχνίτης στή δουλειά του ήταν γνωστός μ’ αυτό τ’ όνομα τής τέχνης του χωρίς επίθετο. Στή Μέγγουλη, τό ουρανοθόλωτο εργαστήρι του, τό ’στηνε έξω άπ’ τό καμίνι τού σιδερά, πλάϊ άπ’ τό παλιό Σχολειό, στο μεσοχώρι. Μέ ύφος καλόβολου, πρόθυμου, προσποιόνταν τό βαριόμοιρο, το βασανισμένο, τον ταλαίπωρο…

Οταν έρχονταν στό χωριό άπλωνε μιά «ποστακή» (έπεξεργασμένο πρόβιο τριχωτό δέρμα), για να καθήσει σταυροπόδι μαλακά καί πλάϊ του άπλωνε τα σύνεργά του επιμελημένα, προσεκτικά στη σειρά. Κατέβαζε άπ' τό γομάρι, πού τό ’χε φορτωμένο υλικά γιά σαμάρια, παΐδια, μπροστάρια, έτοιμα ξύλινα ή σιδερένια σκαρβέλια, μερικά χερόβολα βρίζας για γέμισμα, δυό τρία νωπά άλατισμένα κατσικαδερά (γίδινα) δέρματα, κι’ ένα μεγάλο τόπι σαμαροσκούτι. Την ξεθωριασμένη παλιά βελέντζα πού σκέπαινε στό δρόμο τό φόρτωμα του γομαριού, για να το προφυλάξει άπ’ τή βροχή καί τον ήλιο, τήν έκανε τέντα - ήσκιο για να δουλεύει «υπό σκιάν»…
Εδινε ένα γρόσι — 20 χρυσά λεπτά — στο ντελάλη (πορτόγυρο - κλητήρα) του χωριού, για να διαλαλήσει το βράδυ με το βασίλεμμα τού ήλιου πού έρχονταν οι αγρότες άπ’ τά χωράφια τους, οί πιστικοί μέ τά γιδοπρόβατα κι’ οι γελαδαραΐοι μέ τά γελάδια άπ’ τή βοσκή καί κούρνιαζαν οί κόττες ψηλά στά δέντρα στις αυλές καί νά πει, οτι αρχίζει νά φτιάχνει καινούργια κι’ επισκευάζει παλιά σαμάρια.
Τό βράδυ ο πορτόγυρος, ανέβαινε στή σιουμπέλα — σκέμπι (βραχάκι) του Σχολειού, γιά νά τόν ακούει όλο τό χωριό καί μέ πολύ μεγάλη φωνή, ξεχώριζε τις λέξεις καί συρτά έλεγε: 
Άκουουουουούστε χωριανοί, έρθε ό "Ηλια Σαμαράς κι οποίος θέλει νά φτιάξει τό σαμάρι τουουουου, στό καμίνι άπ’ έξω δουλεύειειειει. . .
Αρχιζε άμέσως τή δουλειά ο σαμαράς κι’ έγραφε στό τεφτέρι του τή σειρά προτεραιότητας των πελατών.
Οί άντρες όλοι του χωριού, όπως σ’ όλα τά Ηπειρώτικα χωριά, πήγαιναν στά ξένα καί κατά προτίμηση στην Κωνσταντινούπολη. Οί περισσότεροι ήταν δερματάδες, λίγοι ψωμάδες καί κάμποσοι χασάπηδες. Εκείνη τή χρονιά, έτυχε νά είναι στό χωριό ταξιδιώτες άπ’ τήν πόλη, πέντε έξη «μαστόροι» καταστηματάρχες καλοστεκούμενοι οικονομικά. Προχωρημένοι κάπως στήν ήλικία άλλά χωρίς νά έχουν άποσυρθεί άκόμη σάν απόμαχοι, πού τις δουλειές τους καί τις διευθύνσεις τους δέν τις είχαν παραδώσει στά παιδιά τους, τούς κληρονόμους τους, όπως τό ’θελε ή παράδοση, ή κληρονομική συνήθεια — έθιμο...
Ηταν όλοι γερά δεμένοι μέ τή μάννα γή τής πατρίδας κι έρχονταν συχνά γιά τέσσερις - πέντε μήνες, διαμονή στό χωριό. Τόσο θά ήταν καί τό ξεκούρασμα στήν οικογενειακή θαλπωρή και στόν καθαρό ήλιο κι όξυγόνο τοϋ χωριού. Εχουμε παράδοση ταξιδιάρικου λαού αλλά ποτέ δέν παίρναν τότες οί ταξιδεμένοι τις οικογένειες μαζύ τους, γιατί ξεκληρίζονταν απ' το σπιτικό τους, τό χωριό τους.

Ολοι τους βγαίναν στά μαγαζιά στό μεσοχώρι καλοντυμένοι, σοβαροί, κι όπως τό ’θελε ή μόδα, ή συνήθεια τής εποχής, κρατούσαν σαν άρχόντοι πού ήταν, όχι νεόπλουτοι, μπαστούνια χοντρά, μ’ άσημένιες λαβές κι ό ένας μέ λαμπερό χρυσό χερούλι. Πέρασαν δυο άπ’ τούς «άρχόντους» αύτούς μια μέρα απ’ τόν ’Ήλια Σαμαρά πού έφτιαχνε ένα καινούργιο σαμάρι στό υπαίθριο έργαστήρι του, κι άφού τόν χαιρέτισαν, απλώς γιά νά βρεθούν σέ κουβέντα, τόν ρώτησαν χωρατατζήδικα — εύθυμα:
Ποιανού είναι τό σαμάρι μάστρο - ’Ήλια;
Τού Γιώργη Μηλιού άπαντάει ο σαμαράς…

Αμέσως, προτού προκάνει νά σκεφθεί ο σαμαράς, τόν ρώτησαν, άν πήρε μέτρα γιά νά γίνει καλό τό σαμάρι, νά μή τού πληγιάσει τήν πλάτη, απάντησε: 
Πώς. . . πώς...πήρα μέτρα! 
Μπράβο! μπράβο! νά τόν περιποιηθείς... του είπαν, κι άρχισαν τά γέλια οί ταξιδεμένοι Πολίτες μπροστά στά μάτια μ’ έκφραση κακομοιριάς του σαμαρά. 

Βρήκαν τό Γιώργη Μήλιο στά μαγαζιά καί του λένε πώς ο ’Ήλια Σαμαράς μάς είπε' οτι φτιάχνει τό σαμάρι ΣΟΥ! Ολα αυτά βέβαια μέ χωρατά, γέλια καί κεράσματα με αψύ τσιπουρίσιο ρακί καί μέ τόν κλασσικό μεζέ, έλιά, μαρούλι ή τυρί ή καί «κάβιες» (φυλλοκρόμμυδα).

Έπανελήφθηκε τρεις ακόμα μέρες αύτή ή ερώτηση στό σαμαρά, κι όταν έδινε τήν απάντηση, τίνος είναι τό σαμάρι πού έφτιαχνε, τήν υποδέχονταν μέ ακράτητα γέλια, αλλά πηγαινοέρχονταν κι ο μπακάλης - ταβερνιάρης μ’ απανωτά κεράσματα στό σαμαρά άπ’ τούς ξενίτες «μαστόρους».

Ό ’Ήλια Σαμαράς κατάλαβε οτι δέν έδινε καλές απαντήσεις ή τις παίρναν ανάποδα ή — όπως φοβόταν — μήν τόν πήραν στό «ψιλό» οί αρχόντοι τής πόλης καί είπε: 
κι’ «αυτοί κακό χερόβολο κι έγώ κακό δε¬μάτι». 
Άπεφάσισε ν’ άλλάξει τήν απάντηση καί νά τά κλωθογυρίσει τά λόγια αν τόν ξαναρωτήσουν γιά νά μή γελούν τόσο δυνατά μπροστά του…

Τήν άλλη μέρα τό πρωί άπό μακρυά είδε τά μπαστούνια τών «μαστόρων» πού έρχονταν νά χτυπούν ελαφρά τά πετραδάκια τού δρόμου. Ετοιμάστηκε, άν τόν ρωτήσουν, νά δώκει άλλη απάντηση. Γελαστοί μέ σιακάδες έφθασαν μπροστά του, τόν καλημέρισαν κι’ ανεπάντεχα του κάναν μέ άλλο τρόπο τήν ερώτηση μαλακά, πού έσταζε μέλι τό στόμα τους: 
Τούτο τό σαμάρι σήμερα είναι μεγάλο, θά ’ναι γιά τό μουλάρι μέ τόν κύπρο του Παπά, λέει ενας άπ’ τούς επισκέπτες. 

'Ο Σαμαράς πού χε άλλη απάντηση στό μυαλό του τά ’χασε γιά λίγο, ξερόβηξε, αναστέναξε ελαφρά, χαμογέλασε μέ τήν ελπίδα - προσδοκία ότι τούτη τή φορά δέν θά γελάσουν καί είπε φωναχτά: 
Τό σαμάρι τό καινούργιο πού φτιάχνω είναι του γ ο μ α ρ ι ο ύ τού Νικόλα Βλάχου. 
Ανώφελα ίκανοποιήθηκε μέ όσα είπε μέ στόμφο. . .
Τότε εγινε χαλασμός από γέλια γιατί μαζεύτηκαν κι άλλοι χωριανοί έκεί καί μαθαίναν «τίνος είναι τό σαμάρι!» 

Πολύ συλλογισμένος καί φανερά στενοχωρημένος ο σαμαράς, επαναλάβαινε μουρμουριστά τήν απάντησή του, γιά νά καταλάβει γιατί γελούν μ’ αυτόν!
Πέταξε ξαφνικά τό λερωμένο κόκκινο τούρκικο φέσι μέ τή μαύρη φούντα πού φορούσε, χούφτιασε τό κεφάλι του τραβώντας τά μαλλιά του, καί λέει: 
Αστροπελέκι νά μέ βρει εΐ εΐ εΐ. . . ’Ήθελα νά τή σιάσω τήν απόκριση μώ άρχόντοι μου, νά μή γελάτε μέ μένα κάθε μέρα αλλά τό καμα χειρότερα, τό στραπόκαψα! ’Ήθελα νά πώ πώς είναι τό σαμάρι του γομαριού πού εχει στό κατώι ο Νικόλα Βλάχος αλλά καλά πού ο κυρ Νίκος είναι πολύ καλός άνθρωπος καί χωρατατζής καί δέν θά τού κακοφανεί πού άθελά μου του ’δωκα προαγωγή! Αν ήταν κανένας «μαυράγγελος» θά καλοπερνούσαν τά χοντρά μου πισινά άπ’ τις σκοπιές του...
Στό χωριό έχει μείνει από στόμα σέ στόμα καί μολογιέται μέχρι σήμερα, οτι ο ’Ήλια Σαμαράς ήταν πολύ έξυπνος κι όλα αυτά τά ’λεγε προσποιητά, τάχα χαζόφερνε, γιά νά σκορπάει γέλιο καί νά ’ναι άγαπητός στις συντροφιές, πού όλο καί τις καλόθελε μέ το «πάρτε με κι ας κλαίω» καί πάντα σ’ όλες μέσα βρίσκονταν.

Η παραπάνω συζήτηση μέ τό, «τίνος είναι τό σαμάρι», επισφραγίστηκε κείνο τό βράδυ στό μπακάλικο - καπηλειό καί μέ άλλους Μεγγουλήτες μ’ ενα ψημαδαρνάκι καί μέ τά απλόχερα πλούσια κεράσματα των ταξειδιωτών καί μέ τό πρώτο τραγούδι του καλόφωνου μαστρο-’Ήλια «χαριτωμένη συντροφιά μου λέει νά τραγουδήσω» πού χειροκροτήθηκε δυνατά κι αύθόρμητα, γιατί ή ψυχή - ή ανάσα μας είναι τό τραγούδι...

Είναι αλήθεια πώς τά καλύτερα ζιαφέτια (τσιμπούσια) γίνονται τ’ απρόοπτα, όχι τά προγραμματισμένα όπως τό βράδυ αυτό μέ χαρούμενα τραγούδια, μοιρολόγια τής ψάθας, καί μέ τό χορό του Ντελή Παπά έξω στήν αυλή, μέ φέξη τό θεϊκό καντήλι — ολόγιομο φεγγάρι καί μιά λάμπα του πετρελαίου...

Ξεχείλιζε ή απέραντη αγάπη του λαού μας, του καλόκαρδου μέ τή λαϊκή του σοφία καί τις ομορφιές τής άπλής, τής άδολης, τής ένάρετης ζωής του. Η παιδιάστικη άγαθότητα κι απλότητα άδελφωμένα μέ τή χαρά καί τό κέφι. Ζεστός συναισθηματικός κόσμος μέ ψηλό ήθος καί υπέρλαμπρο κάλλος…
Αυτοί ήταν οί παλιοί.

Πηγή:Το παραπάνω κείμενο είναι απόσπασμα απο το βιβλίο του Σταύρου Π. Καραδήμα "παλιοκαιρινές ηπειρώτικες μνήμες"-Αθήνα 1976
[Οι υπογραμμίσεις δικές μου-η ορθογραφία διατηρήθηκε ως έχει]

Προσθήκη ιστολογίου:

"χαριτωμένη συντροφιά μου λέει νά τραγουδήσω..."

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.