Τρίτη, 9 Αυγούστου 2016

Περί του ονόματος της Βήσσανης


ΕΛΛΗΝΙΚΟ, ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΑΤΟ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΣΛΑΒΙΚΟ...

(διάλεξη Γιώργου Λεκάκη 
στην Αδελφότητα Βησσανιωτών «Η Αρετή», 
εν Αθήναις, την 8η Απριλίου 2006)

Το όνομα της Βήσσανης παραδίδεται από τον 17° αι. Είναι προφανώς παραφθορά της αρχαίας Βήσσας, ερείπια της οποίας έχουν ευρεθεί στην θέση Σύδενδρες Λακκιές. Άλλωστε για όποιον γνωρίζει αρχαία ελληνικά, η υπόθεση της ονομασίας της Βήσσανης είναι απλή, αφού βήσσα ελέγετο από τους αρχαίους ποιητές μας η «σύδενδρος φάραγξ», δηλαδή η δρυμώδης κοιλάδα! Γι’ αυτό και οι άλλες γραφές της (Βήσανη, Βίσανη, Βύσανη) είναι ανορθογραφίες.

Έτσι καταρρίπτεται το παραμύθι πως προκύπτει το όνομά της από το σλαβικό βήσα, που θα ειπεί «λοφοειδές μέρος». Άσε που η Βήσσανη δεν είναι επί λόφου, αλλά επί βουνού, ενώ εάν κάτι τέτοιο ίσχυε θα έπρεπε όλα τα χωριά του ν. Ιωαννίνων να ελέγοντο... Βήσσανη, γιατί όλα είναι «επί λοφοειδούς μέρους»...

Μια τρίτη ετυμολογία, που επίσης ελέγχεται ως ανακριβής, είναι πως ονομστίσθηκε από τον Βησσαρίωνα...
Στα αρχαία ελληνικά, βήσσα ελέγετο κάθε δρυμώδης κοιλάδα (κοίλος τόπος), ύδωρ έχουσα, δασωμένη χαράδρα, και σύδενδρος φάραγξ.[1] Βησσήεις ελέγετο ο σύδενδρος τόπος.[2] Σε αυτόν κύρια φύεται ο κυπάρισσος. «Ούρεος εν βήσσησι»[3] σημαίνει στις «ορεινές κοιλάδες». Αυτοί οι τόποι ήσαν βαθείς (βαθύς, βαθύτερος, βαθίων, βάσσων).
Η λέξις βήσσα (δωρ. βάσσα) προκύπτει έκτου ρήματος βω (βω = βαδίζω, βαίνω).[4] Γι’ αυτό έμεινε βήσσα να αποκαλείται κάθε βάσιμος και υψηλός τόπος των ορέων [5], τόπος δηλ. στον οποίο μπορεί κανείς να πεζοπορήσει («πορευτικός τόπος»), να εισέλθει και να εξέλθει, που είναι επί πλέον και κάθυγρος, ένυγρος και ναπώδης τόπος.[6]Και ως τέτοιος, είναι ένας τόπος που μπορεί να θρέψει τον λαό που κατοικεί πέριξ αυτού, γι’ αυτό και βήσσα εκαλείτο και η τροφός.[7] Αλλά εν γένει βήσσα εκαλείτο όλη η ύλη. [8]

Η λέξη βήσσα/βάσσα (= βάθια, βαθεία, βαθειά), έχει σχέση με την λέξη βάσσος (< βάθσος) > βυθός (< βυσσός > άβυσσος), βάθος και βένθος. Προεκτείνοντας ακόμη περισσότερο την συγγένεια της λέξεως, καταλήγουμε από το βένθος στο πένθος και στο πάθος (π>β>φ), που και στα δυο όταν πέφτουμε, ο λαός μας χρησιμοποιεί το συγγενικό τους ρήμα βυθίζομαι (στο πένθος ή στο πάθος).

Σε τέτοιους τόπους είναι λογικό να αναπτυχθεί η κτηνοτροφία και να λατρεύεται ο αρχαιότατος θεός Παν, εξ ου και η φράσις «Πανίας βήσσας».[9] Σχετικός και ο Βησσαίος/Βρησσαίος Διόνυσος έκτου ρήματος βήσσομαι/βρήσσομαι (= βληχώμαι, φωνάζω μιμούμενος τα πρόβατα, πάγια πρακτική του βοσκού προς επικοινωνία με αυτά). Σε τέτοιους τόπους αγαπά να κατοικεί η αλώπηξ (αλεπού), γι’ αυτό και λέγεται βάσσαρος [10] και βασσάτη. Οι δε Λίβυες έλεγαν τα αλωπέκια βασσάρια.[11]

Η βήσσα είναι τόπος όπου πιάνει κρύο. Γι’ αυτό η συνηθέστερη πάθησιςτων κατοίκων της είναι ο βηξ (βήχας < ρ. βήσσω, βήττω = έχω βήχα).
Σε τέτοιους τόπους χρειάζεται κανείς ιδιαίτερο χιτώνα, σαν κι αυτόν που οι Θράκες ονόμαζαν βάσσαρο. Τέτοιον λένε εφόραγαν οι Θράσσες Βάκχες, προφανώς καμωμένο από δέρμα αλεπούς.

Το όνομα ενός μαχιμώτατου θρακικού λαού των Σατρών ήταν Βήσσοι/Βησσοί/Βεσσοί/Βέσσοι, οι οποί¬οι κατοικούσαν στην περιοχή του Άνω Έβρου μεταξύ Ροδόπης και Αίμου.[12] Ανήκαν σε αυτούς που δεν υπετάγησαν στον Ξέρξη. Ήσαν οι «προφητεύοντες του ιερού του Διονύσου».[13] Σε υψηλότατο όρος της επικρατείας τους είχαν μαντείο, του οποίου «πρόμαντις η χρεώσα κατά περ εν Δελφοίσι» (όμοιο με αυτό των Δελφών)! Αυτό εξελίχθη σε εθνικό ιερόν των Θρακών. Γι’ αυτό και σε αυτό ετέλεσε θυσία ο Μέγας Αλέξανδρος, το 335 π.Χ. ορμηθείς εξ Αμφιπόλεως ίνα πατάξει πάντα τα αυτόνομα θρακικά φύλα. 
Κύριες πόλεις των Θρακών Βησσών ήταν η Βησσαπάρα [14] και η Βηλαιδηπάρα. Αυτοί οι Βησσοί Θράκες είχαν επινοήσει έναν μοναδικό τρόπο καταλήψεως φρουρίων: 
«Ύπουλο και πανούργο. Είναι οι υπόνομοι. Χρησιμοποιούν μέγαν αριθμόν εργατών προς όρυξιν της γης, καθώς κάμνουν οι Βησσοί, λαός επινοη¬τικός εις την ανόρυξιν των μεταλλείων χρυσού και αργύ¬ρου. Οδηγούν προς την πόλιν μίαν υπόγειον στοάν. Το έργον τούτο έχει δυο σκοπούς, ή οι πολιορκηταί το ωθούν υπό το φρούριον, εισέρχονται την νύκτα χωρίς να τους αντιληφθούν οι πολιορκούμενοι, ανοίγουν την θύραν εις τους άνδρας των και φονεύουν τους κατοίκους εις τας οικίας των, ή τουλάχιστον, όταν οι σκαπανείς φθάσουν εις τα θεμέλια του τείχους, το υποσκάπτουν εις μεγάλην έκτασιν και υπενδύουν με ξηρά ξύλα, περιβαλλόμενα με φρύγανα και άλλας καύσιμους ύλας. Μετά δε την διάταξιν των στρατευμάτων προς έφοδον θέτουν το πυρ εις τα φρύγανα και το τείχος καταρρέει εξαφνικά και ανοίγει δίοδον ευρείαν»![15]
Η εξάπλωσις των Δωριέων Θρακών ήταν τέτοια, που κατοίκησαν κάποτε και την Αττική. Εκ των Βησσών Θρακών ονοματίσθηκε πόλις, η Βησσηΐς (ή Βησηΐς) [16] στην ΝΔ Αττική, ο Δήμος Βησαιέων / Βησαέων, ανήκουσα την Αντιοχίδα φυλή, και αργότερα στην Αδριανίδα. Ήταν ονομαστή για την Αλυκή Αναβήσου. Βρισκόταν στην περιοχή Λαυρίου [17], μεταξύ Αναφλύστου [18] και Θορικού, επί υψώματος, με οχυρωματικό τείχος για την προστασία των αργυρωρυχείων του Λαυρίου, Ταυτίζεται με το ύψωμα της Καμάριζας (110 μ.) ή με την Πλάκα Λαυρίου, γιατί εκεί είχαν πεδίο δράσεως ως ικανοί μεταλλωρύχοι που ήσαν, όπως προείδαμε. Από αυτήν καταγόταν ο Φιλοπάππος [19]. Όταν αυτοί κατελήφθησαν υπό των Ρωμαίων, η χώρα τους ονομάσθηκε Βεσσική (Βαισσική).

Αυτός που διάγει σε ορεινούς τόπους ελέγετο βασσαρίδης. Αργότερα, με το όνομα αυτό, βασσαρίδες, έμειναν να αποκαλούνται οι γυναίκες βάκχες, ακόλουθες του Βασσαρέως Διονύσου/Βάκχου [20], οι οποίες διέτριβαν στα όρη.[21] Εξ αυτών των βακχίδων έμεινε να λέγεται βασσάρα η πόρνη.[22]

Αργότερα, στα αλεξανδρινά χρόνια, βήσσα (ή βήσα ή βησίον) λεγόταν ένα σκεύος-ποτήρι, με πλατειά βάση και στενό στόμιο.[23] Κάτι παρόμοιο δηλαδή με το βομβυλιόν (λακωνική στάμνα) και το αλάβαστρο. Τέλος, αναφέρεται και μια λίκυθος «βήσσα ελαίου».[24] 

Υπάρχουν κι άλλες αρχαίες πόλεις, με αυτό το όνομα, στην ευρύτερη ελληνική επικράτεια, και δεν χρειαζόταν ως εκ τούτου να περιμένουμε την έλευση των... σκλάβων/σλάβων για να ονοματίσουμε τους τόπους μας. Ιδού:

Γνωστή πόλις και πολλάκις αναφερόμενη με αυτό το όνομα, ήταν η Βήσσα της Λοκρίδος [25], πόλις των Επικνημιδίων Λοκρών.[26] Για την ορθογραφία της ερίζουν οι αρχαίοι συγγραφείς: Ο Ηρωδιανός και ο Ζηνόδοτος την θέλουν με ένα «σ», ο Στράβων, ο Απολλόδωρος,
ο Επαφρόδιτος, ο Ηρακλέων, κ.ά. με δύο. Ήταν πλησίον της Σκάρφειας:
...«Βήσσαν τε Σκάρφην τε και Αυγείας ερατεινήν»...[27]
Ο κάτοικος αυτής καλείται Βησσαίος. Η πόλις ονοματίσθηκε για το δρυμώδες περιβάλλον της.[28] Σήμερα, η αρχαία Βήσσα Λοκρίδος εντοπίζεται στον δρόμο προς τον Άγ. Χαράλαμπο, μετά το νεκροταφείο Μώλου. Ο Ευστάθιος και ο Σταγειρίτης στην περίφημη «Ωγυγία» του [29] αναφέρει και πόλη Βήσσα στην Βοιωτία, αλλά πρέπει να είναι η ιδία με την προαναφερομένη.

Ακόμη, τοποθεσία βήσσα ευρίσκουμε και στο Αρύμνιο όρος της Αχαΐας, αρχική κοιτίς του Φόρκυνος, απ’ όπου μετέβη στην Κεφαληνία, κι από εκεί στην Ιθάκη, έως ότου καταστεί θαλάσσιος δαίμων, λατρευθείς ως υιός του Πόντου και της Γης - πατήρ των Γοργόνων και των Γραιών εκ της Κητούς, πατήρ δε της Σκύλλης εκ της Εκάτης - κατσικών παρά την λίμνη Τριτωνίδα της Λιβύης. [30] Είναι γνωστές σε όλους μας οι σχέσεις Ηπειρωτών Δυτικοπελοποννησίων και πολλά τα κοινά τοπωνύμια των δυο περιοχών. Δεν είναι, λοιπόν, άσχετο το τοπωνύμιο Βάσσαι της Φιγαλείας, το οποίο σχετίζεται και με την Βάσσα/Βήσσα της Λεμεσού Κύπρου. Αναφέρεται στην αρχαιότητα και θηλυκό όνομα Βήσση.[31]

Επίσης, πόλις Βήσσα υπήρχε και στα ΒΔ του Δέλτα του Νείλου, στην περιοχή Θηβαΐδος, όπου κατοικούσαν οι ληστρικοί Βουκόλοι.[32] 
Στην αρχαία Αίγυπτο, επίσης, υπήρχε άλλη μια πόλις με το όνομα Βήσσα, η οποία μετονομάσθη σε Αντινοόπολις. Εξ αυτής κατήγετο ο ποιητής Βησαντίνος.[33] Όσον αφορά την Αίγυπτο, τέλος, χώρα που εκπολιτίσθηκε και οργανώθηκε από τους αρχαίους Έλληνες, αξίζει να αναφέρουμε πως εκεί ελατρεύετο ένας θεός με το όνομα Βήσας / Βησάς (> Μπες).[34] Ήταν αρχαιοτάτη θεότης της Αιγύπτου, που λατρευόταν κυρίως στους πέριξ της Ερυθρός Θαλάσσης λαούς. Ήταν θεότης του γέλωτος και του καλλωπισμού (του γυναικείου στολισμού), γνωστή ήδη από τον 15° αι. π.Χ. Εισήχθη στην Αίγυπτο από άγνωστη χώρα. Αρχικώς θεότης β' τάξεως, συν τω χρόνω όμως πολύ δημοφιλής, ιδίως μετά την επικοινωνία των Αιγυπτίων με τους Έλληνας. Εικονίζεται ως νάνος, δύσμορφος και κωμικός, πηδών ή κυμβαλίζων ή κρατών κάτοπτρο. Η λατρεία του διεδόθη και στην Κύπρο και στην Φοινίκη.[35] 

Όλα αυτά βεβαίως, χιλιάδες χρόνια προ της γεννήσεως των σλάβων επί της Γης... που καταδεικνύει πως μάλλον οι σλάβοι επήραν την λέξη εξ ημών για να ονομάσουν βήσα τον δασώδη τόπο επί υψώματος...

Τέλος, σήμερα, πλην της Βήσσανης Ιωαννίνων, χωριό με το όνομα Βήσσα, ευρίσκουμε στην Σύρο, παρά τον Φοίνικα και παρ’ αυτό κείται και η Ανω Βήσσα, και Νέα Βύσσα στον νομό Έβρου και ίσως σχετικά να είναι ο Βασαράς Λακωνίας, ο Βάστας Αρκαδίας, το Βεσίνιο Αχαΐας, κλπ. αλλά και όπως προείδαμετα χωριά ετυμολογούμενα εκ του επιθέτου «βαθύ» (Βάθεια Λακωνίας, Βαθειανός Κάμπος και Βαθιακό Ρεθύμνου, Βάθη Κιλκίς και Χανιών, Βάθηα Αρκαδίας, Βαθύκοιλο Φθιώτιδος, Βαθύλακκος Δράμας, Καρδίτσης, Κοζάνης και Θεσσαλονίκης, Βαθύπεδο Ιωαννίνων, Βαθύρρευμα Τρικκάλων, Βαθύς Καλύμνου Δωδεκανήσου, Βαθύσπηλο και Βαθύτοπος και Βαθυχώρι Δράμας, και όλα τα χωριά που λέγονται Βαθύ).

Γιώργος Λεκάκης συγγραφέας-λααγράφος


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ_ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Όμηρος, Πίνδαρος, Σοφοκλής, Ελλάνικος. Στις «βήσσαις» του Πηλίου όρους, ο Χείρων ήτο θηρευτής και ετρέφετο με κρέατα λεόντων (Πίνδα¬ρος, «Νέμ.», 111,46).

[2] Ηρωδιανός.

[3] «Ιλιάς» (Γ,34).

[4] όπως μούσα εκ του μω, νήσσα εκ του νω, ήσσα εκ του ησσώ - βλ. σχ. Χοιροβοσκός.

[5] Όμηρος (Γ,34), Απίων Γοαμμ.. Απολλώνιος Σοφ.

[6] Αριστόνικος Γραμμ., Ετυμ. Μέγα

[7] Ετυμ. Genuinum.

[8] Σχολ. Οπιανού.
[9] Αισχύλος, Διογένης, Ησύχιος, Φώτιος.

[10]  υπό Κυρηναίων - βλ. σχ. Ηρόδοτος (4,192,2).

[11] Ηρόδοτος (4,192,2).

[12] Στην δε αρχαία χώρα των Βησσών ευρέθησαν πολλοί αρχαίοι τύμβοι.

[13] Ίσως του Καθερσίου Διονύσου -βλ. σχ. Ηρόδ. (Ζ,ΙΙΙ).

[14] νυν Τατάρ-Παζαρτζίκ. Σε ανασκαφές σε αυτήν ευρέθη λίθος ορόσημος, γραμμένος στην ελληνικήν - όλες οι επιγραφές της αρχαίας Θράκης είναι στην ελληνική, ακόμη και της ρωμαϊκής εποχής, όταν βρίσκουμε και κάποιες δίγλωσσες. Η εν λόγω μνημειώδης επιγραφή, ήταν προωρισμένη να διαιώνισει την ανάμνηση της ανεγέρσεως των τειχών της Φιλιππουπόλεως, και είναι δίγλωσσος.

[15] βλ. σχ. Κ. Γ. Κουρτίδου «Ιστορία της Θράκης», 1932.

[16] Βρισκόταν στα Β των νυν Λεγραινών. Ο Στράβων λέγει πως η Βήσα της Αττικής γράφεται με ένα «σ» και της Λοκρίδος με δύο. [Φώτιος, Λεξ. Σούδα].

[17] Ξενοφών «Περί προσόδων» (Δ, 43).

[18] Ανάφλυστος ήτο η αρχαία ονομασία της παραλιακής Τριτύος, κατά τον διοικητικό χωρισμό της Αττικής από τον Κλεισθένη. Περιλάμβανε τους Δήμους του Αναφλύστου, Αιγιλίας, Βήσσας, Ατήνης, Αμφιτροπής, και Θορών. Ήταν ο μεγαλύτερος και σπουδαιότερος Δήμος, γι' αυτό έδωσε το όνομά του σε όλην την Τριτύ. Ιδρυτής του Αναφλύστου ήταν ο ήρως Ανάφλυστος, από την Τροιζήνα θείος του Θησέως.

[19] από επιγρ. στο Μνημείο Φιλοπάππου: «Φιλοπάππος Επιφάνους Βησαιεύς».

[20] Ίσως εξ αυτού του Διονύσου να ονομάσθηκε «Βήσσα» το γνωστό λευκό εμφιαλωμένο κρασί.

[21] Call. fr. 743 incerti auct. Άλλη ετυμολογία, θέλει τις βάκχες βασσαρίδες να  ονοματίζονται από την βασσάρη, ένα είδος υποδήματος, που επήρε το όνομά του «παρά το τη βάσει αρηρέναι, αρώ γαρ το αρμόζω»• (ΑΒ, Sym. 47, Em 70, Εt. Gud. b 41. Οrio 31, 7).

[22] Ωρίων (31, 7), Λυκόφρων (771-772), Ετυμ. Genuinum

[23] βλ. σχ. Αθήναιος Σοφ.

[24] Ησύχιος.

[25] Η περιοχή άκρως ενδιαφέρουσα και ιστορική, που βρίθει αρχαιολογικών χώρων και μνημείων: Κάστρο Μενδενίτσας, ακρόπολις Αλπηνών (Ανάβρα), τείχος και «Κομμένα λιθάρια» (Προφ. Ηλίας στα Καραβίδια), Ψηλόπυργος (με αρχαίο λιμάνι), Νίκαια, Ραβένικα, Φαρύγες, Σκάρφεια, Θρόνιο (η πρωτεύουσα-θρόνος των Επικνημιδίων), Αλόπη (νυν Ράχες), Δαφνούς (νυν Άγ. Κωνσταντίνος), Κνημίδες (νυν Καμένα Βούρλα), Τύρφη, Καλλίαρος, η Αυγεία, κ.ά.

[26] βλ. σχ. Απολλώνιος Σοφ.

[27] «Ιλιάς» (Β,532).

[28] «δρυμώδης τόπος» Στράβων (9,426).

[29]  βλ. σχ. άρθρο μου «Οι αρχαίες ελληνικές πόλεις της Ωγυγίας του Σταγειρίτου», στην εφημ. «Ελευθερία» του Λονδίνου (10 και 17 10.1. 2002).

[30] Ηρόδωρος, σχόλ.  στην «Οδύσσεια».

[31] Απόρροια αυτού είναι το επίθετον Βίσση, της γνωστής Κύπριας τραγουδίστριας.

[32] Ηλιόδωρος «Αιθιοπικά» (VI,3  9-12).

[33] Άλλοι αναφέρουν ότι κατήγετο εκ Ρόδου. Εάν κάτι τέτοιο ευσταθεί θα πρέπει να προσθέσουμε στα αρχαία ελληνικά τοπωνύμια και άλλη πόλη Βήσα στο Νησί του Ηλίου.

[34] Μάλιστα προσφάτως έγινε γνωστό, πως μοναδική του αναπαράστα¬σή, έργον του 12ου αι. π.Χ. επί πλάκας ελεφαντόδοντου, ύψους 20 εκατ., εκλάπη από το Αρχαιολογικό Μουσείο Λάρνακος, τον Οκτώβριο του 2005!

[35] Από πολλούς συγχέεται εσφαλμένως με τον Τυφώνα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
  • Λεκάκης Γ. :«Ήπειρος, η γωνιά που πέτρωσε στο 5...», βιβλίο με 4 CDrom  με ηπειρώτικη μουσική και ένα CDrom  που κυκλοφόρησε από την RiA Music  και την Multimedia Education Engineering τον Οκτώβριο του  1998.
  • Λεκάκης Γ. «.Απείρου Ηπείρου περιήγησις» (υπό έκδοσιν)



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.